Η καρδιά

Κάποτε, η καρδιά ήταν πολύ στεναχωρημένη. Τότε, κλαίγοντας με λυγμούς, χωρίς κανείς να τη βλέπει, ρώτησε έναν φημισμένο ειδικό δακρύων:
<< Πες μου, τι συμβαίνει με τα δάκρυα των ανθρώπων; Με τα δάκρυα που τρέχουν από τα μάτια τους κρυφά, βουβά, μέσα σε κλειστά σπίτια πίσω από κλειστές πόρτες; Με τα ματωμένα δάκρυα που ελάχιστοι άνθρωποι τα βλέπουν ή τ’ ακούν; >>
<<Δεν ξέρω, κανείς δεν ξέρει >> της είπε ο ειδικός δακρύων.


Τότε, η καρδία με αγωνία, ρώτησε την ψυχή της:
<<Ψυχή μου, μήπως εσύ έχεις την απάντηση για το που πηγαίνουν τα δάκρυα των ανθρώπων; Να, ρωτώ γι’αυτά που κυλάνε στα κρυφά, και ποτέ κανείς δεν τα βλέπει >>.

Η ψυχή, περίμενε λίγο, κι ύστερα της απάντησε:
<< Ω!!! Καρδιά μου!!! Εγώ, γνωρίζω. Όμως, δε θέλω να σου πω, για να μη στεναχωρηθείς >>.
<< Έλα λοιπόν ψυχή μου, πες μου, θα το αντέξω >> είπε η καρδιά στην ψυχή της.

<< Τα δάκρυα των ανθρώπων που κυλάνε βουβά, γυρίζουν πίσω σε μένα. Γίνονται σημάδια ανεξίτηλα και με πληγώνουν. Όταν τα ματωμένα βουβά δάκρυα κρατούν καιρό πολύ, και δε λένε να σταματήσουν, τότε, εγώ δεν αντέχω και διαλύομαι… Γίνομαι σκόνη, κι εσύ πεθαίνεις… >>

<< Ω…. ψυχή μου…. μα, πως θα μπορέσω να σταματήσω τα δάκρυα; >> ρώτησε πάλι η καρδιά, την ψυχή.

<< Θ’ανοίξεις το κλουβί, και θα ελευθερώσεις το μικρό πουλί. Ύστερα, θα βγεις στο φως, θα μυρίσεις ένα ανθισμένο τριαντάφυλλο, και θα κλάψεις μέχρι να σταματήσουν τα δάκρυά σου. Γι’αυτό, ποτέ μην κλαις καρδιά μου στα κρυφά. Κλάψε φανερά, δυνατά, κάτω από το φως του ήλιου. Για να μπορώ να ζήσω κι εγώ κι εσύ>>.

Αυτά είπε η ψυχή στην καρδιά της, και μετά σώπασε…..