Ο Αράστ

Σε ένα μακρινό και ταπεινό χωριό του Θιβέτ, ζούσε ένα εφτάχρονο αγόρι. Το όνομά του ήταν Αράστ.

Έμοιαζε με όλα τα άλλα αγόρια του χωριού του. Έπαιζε, χαμογελούσε, τραγουδούσε. Πάλευε, θύμωνε, έκλαιγε. Χοροπηδούσε συνέχεια γελώντας και ανέβαινε με μεγάλη ταχύτητα, μέχρι την κορυφή των δένδρων. Έκανε ότι έκαναν κι όλα τα άλλα αγόρια του χωριού του.

Οι γονείς του είχαν δύο μικρά παιδιά πριν από αυτόν. Τα έχασαν όμως μια παγωμένη νύχτα, όταν μια τεράστια χιονοστιβάδα παρέσυρε το πρόχειρο και φτωχικό σπίτι τους.

Ο Θεός όμως, τους έστειλε τον Αράστ κι η ζωή τους πήρε νόημα. Το γέλιο κι η χαρά, ήρθε και πάλι στο σπίτι τους. Ο Αράστ ζούσε την καθημερινότητα του όπως όλα τα άλλα παιδιά της ηλικίας του. Με μία διαφορά όμως.

Στις αρχές του κάθε μήνα, οι γονείς του έφευγαν. Πήγαιναν δύο μέρες δρόμο, για να φέρουν προμήθειες από την γειτονική πόλη.

Τότε, ο Αράστ έβρισκε την ευκαιρία, κρυφά μέσα στη νύχτα να πηγαίνει στο κοντινό βουνό, χωρίς να τον βλέπει κανείς από τους χωριανούς του. Δε φοβόταν καθόλου, ούτε και κουραζόταν στο ελάχιστο. Μέσα στη νύχτα έτρεχε γρήγορα και σκαρφάλωνε σαν αίλουρος το βουνό, φτάνοντας σύντομα στον προορισμό του.

Ανέβαινε σε μία παράξενη μεγάλη τυρκουάζ πέτρ, κι ύστερα άνοιγε σε στάση έκτασης τα χέρια του. Μετά, άρχιζε να τραγουδά ένα παράξενο τραγούδι, σε μία άγνωστη γλώσσα, που όμοιά της κανείς άνθρωπος τουλάχιστον απ’ το χωριό του, δεν είχε ποτέ ακούσει. Τότε ξαφνικά, απ’ τον έναστρο ουρανό, άρχιζαν να πέφτουν δεκάδες φωτεινές αχτίδες. Έμοιαζαν με τους κομήτες, που σχίζουν τις νύχτες σαν τα φλεγόμενα σπαθιά τον ξάστερο ουρανό.

Οι αχτίδες όμως αυτές, όλες κατέληγαν στο στέρνο του Αράστ. Κατευθείαν στην καρδιά του, μέσα στην ψυχή του. Ήταν η στιγμή που ο Αράστ επικοινωνούσε με τον Θεό. Ο Θεός του μιλούσε μέσα απ’ τ’αστέρια. Τον προετοίμαζε για ό,τι θα του συνέβαινε μετέπειτα στη ζωή του. Του έδινε γαλήνη και κουράγιο, για να μπορέσει να εκπληρώσει το δύσκολο και επώδυνο έργο που του είχε αναθέσει.

Ας ήταν μικρό παιδί. Ο Αράστ ήξερε και υπέμενε. Ήξερε και προετοιμαζόταν. Ήξερε και σιωπούσε. Ήξερε και λάτρευε τον Θεό.

Ο Αράστ ήταν ένα παιδί σταλμένο απ’ τ’άστρα. Ένα παιδί των αστεριών, προορισμένο να θυσιαστεί για τη σωτηρία των άλλων αστεριών του σύμπαντος. Των αστεριών που τρεμοσβήνουν. Των αστεριών που χρειάζονταν τη ζωή ενός μικρού παιδιού, το λαμπερό φως της ψυχής του, για την αέναη σωτηρία τους.

( Αφιερωμένο στη μνήμη της μικρής Μαρκέλλας, που έφυγε νωρίς και δεν πρόλαβε να ζήσει. Τώρα ζει αιώνια ανάμεσα στ’ αστέρια. )