O μπάμπουρας

Ένας μικρός χρυσοπράσινος μπάμπουρας, στο μέγεθος του μεγάλου νυχιού μου, προσπαθεί να βγει έξω στο μπαλκόνι. Η μπαλκονόπορτα είναι κλειστή. Τον παίρνω χαμπάρι, ανοίγω την μπαλκονόπορτα και τον αφήνω μόνο του να δραπετεύσει. Προσπαθεί περπατώντας να κατέβει το λευκό μάρμαρο, στη βάση της μπαλκονόπορτας.

Άξαφνα γλιστρά, και πέφτει στο πλακάκι ανάσκελα.

Βλέπω το κάτω μέρος του σώματος του και το θαυμάζω. Βαθύ γυαλιστερό μωβ. Συνεχίζω με περιέργεια να τον κοιτώ, κι αναρωτιέμαι, τι θα κάνει; Έντρομη συνειδητοποιώ ότι θα πεθάνει. Δεν υπάρχει γύρω του κανένα αντικείμενο να γαντζωθεί, να γυρίσει το σώμα του και να την κάνει.

Όμως σκέφτομαι, είναι κι αυτός σαν εμάς. Οι άνθρωποι στις δυσκολίες, έχουν τους δικούς τους ανθρώπους. Τους φίλους τους, τις οικογένειες τους. Δεν είναι τελείως μόνοι.

Επειγόντως ο μπάμπουρας θέλει βοήθεια, θέλει σπρώξιμο.

Με το δάχτυλο μου τον γυρίζω όρθιο. Με χαρά τον παρατηρώ να κάνει δύο τρία δειλά βήματα, και μετά να χάνεται πετώντας στον ουρανό.

Τώρα, είσαι ελεύθερος κύριε μπάμπουρα!!!