Ο προϋπαντητής

<< Καλώς όρισες!! Ανέβα στη γέφυρα και πέρασε την πύλη. Μη φοβάσαι. Δεν θα πέσεις. Θα σου κρατώ το χέρι. Έλα!! Πλησίασε!! >>

Αυτά είπε χαμογελώντας ένας προϋπαντητής στην ψυχή του ανθρώπου. Η ψυχή αυτού του ανθρώπου στέκει στην άκρη της γέφυρας φοβισμένη και ανήσυχη. Δεν ξέρει τι να κάνει. Μόλις πριν λίγη ώρα πέθανε. Μετά ήρθαν τα πάνω κάτω. Δεν μπορεί να το χωνέψει. Ογδόντα χρόνια έζησε στη γη. Χρόνια ταραγμένα. Γεμάτα θυμό και βία. «Μα είναι δυνατόν;» Σκέφτεται στην είσοδο του Παραδείσου η ψυχή.

<< Κοιτάξτε κύριε προϋπαντητή, μάλλον έχετε κάνει κάποιο λάθος. Εγώ δεν είμαι για εδώ. Δεν εννοώ ότι ο Θεός έκανε λάθος. Προς Θεού!!! Αλλά μπορεί να είναι και συνωνυμία. Για δείτε τι γίνεται >>. Λέει η ψυχή.

<< Χμμ!! Για να κοιτάξω τον πάπυρό μου. Πολύ σωστά είναι ενημερωμένος ο πάπυρός μου. Ή ψυχή σου ανήκει εδώ. Προχώρησε! Κάνε ένα βήμα! Διέσχισε τη γέφυρα κι έλα στον Παράδεισο… >>

Έτσι, η ψυχή του ανθρώπου περνά τη γέφυρα και αρχίζει να περπατά στον Παράδεισο. Δίπλα της περπατά και ο προϋπαντητής. Τότε η ψυχή λέει στον προϋπαντητή: << Κύριε προϋπαντητή ξέχασα να σου πω μία λεπτομέρεια. Εγώ έχω κάνει φόνο όσο ζούσα στη γη. Δολοφόνησα τη γυναίκα μου με δηλητήριο. Δεν μου έδινε διαζύγιο. Ήθελα να ζήσω με μια πανέμορφη γυναίκα. Ήταν τριάντα χρόνια μικρότερή μου!! >>

<< Α, δεν τρέχει τίποτα. Γνωρίζουμε αυτό το γεγονός. Ο Θεός καθότι φιλεύσπλαχνος αποφάσισε να σε συγχωρήσει. Από εδώ και στο εξής, αιώνια θα ζήσεις στον Παράδεισο σε αυτό το σπίτι >>. Και δείχνει ένα σπίτι!!! Ένα παλάτι!!!

Η ψυχή μένει άναυδη. «Aπίστευτο! Αν ήξερα ότι θα γίνει αυτό μετά τον θάνατό μου, θα είχα δολοφονήσει και την πεθερά μου. Δεν την άντεχα καθόλου. Επηρέαζε πολύ τη γυναίκα μου. Πιστεύω ότι αυτή ήταν και μια αιτία που ερωτεύτηκα τη μικρούλα.» Σκεφτόταν η ψυχή.

Προχωρά λοιπόν ο προϋπαντητής και δίπλα του περπατά η ψυχή. Σε λίγο φτάνουν στο πολυτελές σπίτι. Η ψυχή του ανθρώπου ανεβαίνει τα μαρμάρινα σκαλοπάτια του σπιτιού και πηγαίνει προς την πόρτα της εισόδου. Ετοιμάζεται να την ανοίξει και να μπει μέσα.

Τότε ο προϋπαντητής που στέκεται πιο πίσω λέει:

<< Α, ξέχασα να σου πω μία μικρούλα λεπτομέρεια. Άνευ σημασίας. Στο σπίτι αυτό ζουν άλλες δύο ψυχές >>.

<< Α!! Πολύ ωραία!! Θα έχω και παρέα >> είπε η ψυχή.

<< Είναι δύο πολύ γνώριμες ψυχές σε σένα. Ανήκουν στη γυναίκα σου και στη πεθερά σου >>.

Πάγωσε η ψυχή μόλις άκουσε τα άσχημα μαντάτα και λέει: << Κύριε προϋπαντητή, μήπως θα μπορούσατε να παρακαλέσετε τον Θεό καθότι φιλεύσπλαχνος όπως είπατε, να με στείλει στη κόλαση; >>

<< Λυπάμαι πολύ ψυχή. Η απόφαση του Θεού για σένα είναι αμετάκλητη >>. Είπε ο προϋπαντητής και μετά εξαφανίστηκε……..