Η Βερίνα.

Λίγο πριν το χάραμα, στο πυκνό καταπράσινο δάσος τα πάντα φαίνονται να κοιμούνται. Μερικές σταγόνες από δροσοσταλίδες, πέφτουν αργά-αργά από τα φύλλα των πανύψηλων δένδρων επάνω στο χώμα.

Απαλά θροΐσματα ακούγονται από τα ξεραμένα φύλλα, καθώς πέφτουν οι σταγόνες επάνω τους. Σαν να παίζει μια μονότονη ρυθμική μουσική. Θέλουν οι δροσοσταλίδες να ξυπνήσουν ήρεμα και γαλήνια τους ενοίκους αυτού του δάσους.

Εκείνη την ώρα σε ένα απομακρυσμένο μικρό ξέφωτο του δάσους, κάτι παράξενο συμβαίνει. Μία γαλάζια ομίχλη είναι σκορπισμένη γύρω από ένα μικρό καταρράκτη. Ένα κρυστάλλινο νεράκι τρέχει ήσυχα, νωχελικά, καταλήγοντας σε μία μικρή λίμνη. Η λίμνη έχει πυκνή βλάστηση γύρω της. Πρέπει να πας πολύ κοντά για να καταλάβεις ότι ανάμεσα στα δένδρα και την πυκνή βλάστηση, κρύβεται ο καταρράκτης με τη λιμνούλα. Η δε ομίχλη, μοιάζει να είναι ο φύλακας της λίμνης από τα αδιάκριτα μάτια των ανθρώπων.

Μέσα στην ομίχλη μία γυναίκα περπατά ξυπόλητη. Έχει κατάμαυρα μακριά μαλλιά, που φτάνουν μέχρι τον αστράγαλο των ποδιών της. Τα μάτια της έχουν χρώμα σκούρο μπλε. Θυμίζουν βαθύ ωκεανό. Στο λαιμό της κρέμεται μία ασπρόμαυρη πέτρα από μερλινίτη.

Το περπάτημά της είναι σταθερό, ρυθμικό, ανάλαφρο. Απομακρύνεται από τη λιμνούλα κι η ομίχλη την ακολουθεί.

Περπατά και φαίνεται ότι κάτι ψάχνει. Κάποια στιγμή σταματά, σκύβει το κεφάλι της προς τα κάτω κι αφουγκράζεται. Μετά, σηκώνει το κεφάλι της και συνεχίζει το ανάλαφρο περπάτημά της.

Μόλις έχει αρχίσει να ξημερώνει. Θόρυβοι και μικρές κραυγές ακούγονται από τα αγουροξυπνημένα πουλιά καθώς πεταρίζουν από το ένα δένδρο στο άλλο. Η γυναίκα τότε γυρίζει προς τα πίσω. Περπατώντας τώρα με πιο γρήγορο ρυθμό, φτάνει στη λιμνούλα με τον καταρράκτη.

Κοιτάζει γύρω της αρκετές φορές, και τα μάτια της είναι δακρυσμένα. Παίρνει μία βαθιά ανάσα, βυθίζεται μέσα στη μικρή λίμνη που σχηματίζει ο υπέροχος αυτός καταρράκτης, κι εξαφανίζεται. Μαζί της χάνεται κι η λιμνούλα κι ο καταρράκτης.

Οι κάτοικοι της περιοχής πιστεύουν ότι αυτή η γυναίκα είναι η Βερίνα. Το ξωτικό του δάσους. Πολλοί λένε, ότι την έχουν δει ξημερώματα να τριγυρνά ξυπόλητη στο δάσος και να ψάχνει το Στέφανο.

Ο Στέφανος ήταν ένας νεαρός θνητός άνδρας που την αγάπησε τρελά και πλάγιασε μαζί της. Όμως μία μέρα έπεσε από το άλογο και σκοτώθηκε. Από τότε, η Βερίνα τις νύχτες που έχει πανσέληνο, εμφανίζεται και τον ψάχνει.

Το χάραμα λίγο πριν εξαφανιστεί αφού δεν τον έχει ανταμώσει, αρχίζει το μοιρολόι.

Αρκετές φορές μέσα στο δάσος ακούγονται κλάματα κι αναφιλητά.

Είναι ο θρήνος της Βερίνας για το χαμό του αγαπημένου της Στέφανου.