Ο γάμος

Άνοιξη του 1903.

Σε κάποιο απομακρυσμένο ορεινό χωριό της Αχαΐας, εφτά κόρες πολύ όμορφες, << όλες αδερφές μεταξύ τους >> στέκονται η μία δίπλα στην άλλη. Και οι εφτά είναι καλοντυμένες. Φοράνε τις γαμήλιες φορεσιές τους.

Αν και τα πρόσωπά τους είναι χαμογελαστά και ήρεμα, η καρδούλα τους χτυπά στο κόκκινο.

Προσμένουν κάτι. Όλες από μέσα τους προσεύχονται στην Παναγία. Η καθεμιά τους ξεχωριστά, αυτή να είναι η εκλεκτή.

Υπάρχει και μία άλλη αδερφή, η όγδοη. Είναι η Αθηνά και είναι η μεγαλύτερη απ’όλες.

Η Αθηνά δε στέκεται στη σειρά με τις άλλες αδερφές. Πριν δυο ώρες το έσκασε πηδώντας από το παράθυρο. Έτρεξε να συναντήσει τον αγαπημένο της, για να φύγουν μακριά από το χωριό.

Την Αθηνά την είχαν αρραβωνιάσει χωρίς να το θέλει με τον Γιάννη. Το ψυχοπαίδι του τσιφλικά της περιοχής.

Ο Γιάννης ήταν ένας νεαρός άνδρας πανέμορφος, ψηλός, γεροδεμένος. Ένα παλικάρι πολύ δυνατό. Όλες οι αδερφές ζήλεψαν την Αθηνά όταν έγινε ο αρραβώνας. Ήταν όλες τους κρυφά ερωτευμένες με τον Γιάννη τον λεβέντη, τον φουστανελά.

Σήμερα είναι η μέρα του γάμου. Ο Γιάννης για να μη γίνει φονικό, πρέπει να διαλέξει μία από τις υπόλοιπες αδερφές, ώστε να τελεστεί το μυστήριο.

Οι εφτά κόρες στέκονται στη σειρά με κατακόκκινα μάγουλα και σκυμμένο το κεφάλι.

Ο Γιάννης είναι πολύ θυμωμένος και οργισμένος. Πηγαινοέρχεται μπροστά τους και τις κοιτάζει προσεκτικά τη μία μετά την άλλη. Σκέφτεται την ντροπή που πήρε και του ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι. Τις κοιτάζει όλες έτοιμος να εκραγεί.

Όταν όμως η ματιά του φτάνει στη μικρότερη αδερφή τη Γαρυφαλλιά, το πρόσωπό του αρχίζει να χαλαρώνει να αστράφτει και να χαμογελά.

Η καρδιά του χτυπά πιο γρήγορα. Μπροστά του βλέπει μία καλλονή σαν τα κρύα τα νερά. Δεν έχει ξαναδεί πιο όμορφη γυναίκα στη ζωή του.

<< Αυτή θα πάρω >> φώναξε δυνατά και έτσι έγινε.

Το μυστήριο τελέστηκε με νύφη τη Γαρυφαλλιά. Τη μικρότερη αδερφή και την ομορφότερη.

Για την ιστορία, ο Γιάννης και η Γαρυφαλλιά αγαπήθηκαν πολύ και έζησαν χρόνια καλά και ευτυχισμένα.