H νεράιδα

Είναι χειμώνας του 1972 και τρέχω στο δρόμο της γειτονιάς μου μαζί με άλλα μικρά παιδιά. Είμαι κι εγώ ένα μικρό παιδί. Κάποια στιγμή κουραζόμαστε να τρέχουμε και αποφασίζουμε να παίξουμε ένα παιχνίδι. Παριστάνουμε όλοι μας πως είμαστε νεραϊδόπαιδα. Μετά από λίγη ώρα βαριέμαι και κάθομαι στο πεζούλι του πεζοδρομίου δίπλα από ένα αυτοκίνητο. Παίρνω μία κόκκινη καραμέλα με γεύση τριαντάφυλλο από την τσέπη μου και αρχίζω να τη μασώ.

Αναρωτιέμαι αν υπάρχουν νεράιδες και πως να είναι; Μετά από αρκετή σκέψη βγάζω το συμπέρασμα ότι δε γνωρίζω απολύτως τίποτα για τις νεράιδες. Ούτε πως μοιάζουν ούτε αν είναι καλές η κακές.

Σηκώνομαι από το πεζούλι και ετοιμάζομαι να περάσω στο απέναντι πεζοδρόμιο να πάω στους φίλους μου.

Ξαφνικά, η αναπνοή μου σταμάτα απότομα. Ανάμεσα στα παιδιά περνά χοροπηδώντας, ένα μελαχρινό λιγνό κορίτσι, με ένα κατακόκκινο φόρεμα. Μια μακριά κόκκινη καρό μπέρτα είναι δεμένη στον λαιμό της. Τα μαλλιά της είναι μαύρα σαν το κάρβουνο και οι μπούκλες της φτάνουν μέχρι τη μέση της πλάτης της. Μοιάζουν με μαύρα γυαλιστερά δαχτυλίδια. Στο κεφάλι της φορά ένα μικροσκοπικό κόκκινο καρό τζόκεϋ καπέλο.

Καθώς χοροπηδά στριφογυρίζει το κεφάλι της παράξενα. Πέρα δώθε, πέρα δώθε. Τότε, βλέπω τα μάτια της. Πολύ μεγάλα και κατάμαυρα. Γεμίζουν το πρόσωπό της. Λες και το πρόσωπό της είναι μόνο μαύρα μάτια.

Το κορίτσι με το κόκκινο φόρεμα συνεχίζει να περπατά χοροπηδώντας να γυρίζει το κεφάλι της πέρα δώθε και να χάνεται στη στροφή του επόμενου δρόμου.

Αμέσως, συνέρχομαι. Αρχίζω να αναπνέω κανονικά. Περνώ στον απέναντι δρόμο και πάω δίπλα στους φίλους μου. Όλοι τους είναι απορροφημένοι στο παιχνίδι τους.

<< Παιδιά, το είδατε το κορίτσι που μόλις πέρασε, ξέρετε πως τη λένε, ποια είναι, μένει εδώ κοντά; >> τους ρωτώ: Δεν παίρνω απάντηση. Οι φίλοι μου παίζουν γυαλένια, κι εγώ σκέφτομαι το κορίτσι με το κόκκινο φόρεμα και την καρό κόκκινη μπέρτα.

Δύο εβδομάδες μετά, συνεχίζω να σκέφτομαι το κορίτσι με το κόκκινο φόρεμα και τα κατάμαυρα μάτια.

Τρεις μήνες αργότερα και πάλι σκέφτομαι το κορίτσι με τα κατάμαυρα μάτια και τα μακριά μαύρα μαλλιά. Δεν την ξαναείδα σε αυτούς τους τρεις μήνες, αν και πήγαινα σχεδόν κάθε μέρα έξω στο δρόμο την ίδια ώρα περίπου, μήπως και τη συναντήσω.

Τίποτα. Το κορίτσι δεν ξαναφάνηκε.

Μετά από πολλές σκέψεις και διεργασίες που έγιναν στο παιδικό μου μυαλό, έβγαλα την απόφαση, πως το κορίτσι αυτό είναι μία νεράιδα.

Για μένα έτσι πρέπει να είναι οι νεράιδες. Παράξενα όμορφες και μυστηριώδεις. Το κορίτσι αυτό ποτέ δεν το ξαναείδα στη ζωή μου.

Όμως, κάθε φορά που διάβαζα η συζητούσα για νεράιδες, στο μυαλό μου ερχόταν το κορίτσι με τα μαύρα μάτια και το κόκκινο φόρεμα.

Αργότερα, η μοίρα το θέλησε να μάθω ποια ήταν η νεράιδα μου και ποιο ήταν το όνομά της.

Ήταν η Λήδα η νεράιδα. Ήταν άρρωστη και υπέφερε. Κάποια μέρα πέθανε. Εγώ, ούτε που νοιάστηκα, ούτε και που λυπήθηκα καθόλου.

Αντιθέτως, μου λύθηκαν πολλές απορίες. Μόνο μία νεράιδα θα μπορούσε να περπατά και να κουνά παράξενα το κεφάλι της πέρα δώθε.

Μόνο μία νεράιδα πεθαίνει νέα. Γιατί οι νεράιδες δε γερνούν ποτέ. Εμείς νομίζουμε ότι πεθαίνουν. Οι νεράιδες απλώς φεύγουν. Έρχονται στη γη και φεύγουν νέες. Όταν όμως φύγουν τότε βγάζουν φτερά.

Είναι το δώρο του Θεού στις νεράιδες της γης, για τις ταλαιπωρίες και τα βάσανα που υπομένουν.

Όταν φύγουν και βγάλουν τα φτερά τους, λέγονται πλέον νεράιδες του ουρανού. Η δουλειά τους είναι να πετούν να τραγουδούν να δίνουν καλές ευχές στους ανθρώπους.

Σαράντα χρόνια μετά, κάθομαι δίπλα στη θάλασσα και αναπνέω το θαλασσινό αεράκι που φυσά και χαϊδεύει το πρόσωπό μου.

Στα χέρια μου κρατώ ένα τετράδιο και γράφω μία μικρή ιστορία. Είναι η ιστορία της Λήδας της μικρής νεράιδας, που έβγαλε φτερά και πέταξε στα πέρατα του σύμπαντος τραγουδώντας…