Ένα

Βαδίζω πολύ γρήγορα σε έναν κεντρικό δρόμο.

Είμαι πολύ σκεπτική και θυμωμένη. Κάτι με απασχολεί και δε μπορώ να βρω τη λύση. Νιώθω από την ένταση και τη σκέψη ότι θα εκραγεί η καρδιά μου. Το πρόσωπό μου είναι κατακόκκινο. Μέσα μου, αδιέξοδο.

Αρχίζω να βαδίζω πιο αργά και παίρνω μία βαθιά εισπνοή. Εκπνέω και παραδίδομαι, ανίσχυρη να ελέγξω τη ζωή μου.

Τώρα βαδίζω ακόμα πιο αργά, χωρίς να εστιάζω το βλέμμα μου πουθενά. Τότε, απρόσμενα, κάτι παράξενο μου συμβαίνει.

Βιώνω αυτό που λένε πολλοί σοφοί άνθρωποι, ότι όλα είναι ένα.

Περπατώ τώρα σιγά-σιγά βήμα-βήμα και παρατηρώ γύρω μου με ταπεινοφροσύνη τους ανθρώπους, τα σπίτια, τα ζώα, τη φύση, χωρίς να αισθάνομαι μνησικακία, θυμό, και καμία αίσθηση σύγκρουσης μέσα μου.

Περπατώ και σκέφτομαι ότι μπορεί να είμαι κι αυτός ο ζητιάνος που τρώει από τα σκουπίδια, αν θέλει ο Θεός.

Μπορεί να είμαι οποιαδήποτε ή οποιοσδήποτε. Να είμαι καλή, να είμαι συμπονετική. Να είμαι σκληρή, άκαρδη, μοχθηρή. Αλλά να είμαι κι ένας εγκληματίας. Όλοι και όλα μπορεί να είμαι.

Μετά, σκέφτηκα ότι μπορεί να είμαι αυτό το σκυλάκι που περνά δίπλα μου. Αυτό το περιστέρι που πετά ψηλά στον ουρανό. Αυτό το βρώμικο νερό που χάνεται στην αποχέτευση του δρόμου. Αυτό το πανύψηλο δένδρο που βλέπω μπροστά μου. Αυτό το λασπωμένο και πατημένο αγριολούλουδο από τους περαστικούς. Μπορεί να είμαι τα πάντα. Ακόμα κι ο άνεμος που φυσά.

Τότε, αισθάνθηκα σαν να έχουν χαθεί όλα γύρω μου. Αλλά και συγχρόνως όλα να είναι αλληλένδετα το ένα με το άλλο. Δηλαδή όλα να είναι όμοια μεταξύ τους. Και τα καλά και τα άσχημα.

Όλα να είναι τα πάντα. Όλα να είναι ένα. Τότε, σκέφτηκα, μέσα στην άγνοιά μου και την ανθρώπινη ατέλειά μου, ότι ο Θεός ίσως έτσι θέλει να είμαστε.