O Nιμενούης

Είμαι ο Χριστόφορος και έρχομαι από τη χώρα των ανθρώπων. Είμαι ένας ρεπόρτερ. Μπορεί να είμαι και δημοσιογράφος. Δεν ξέρω ακόμα. Είμαι πολύ νέος. Τρέχω παντού να ανακαλύψω ειδήσεις κι ιστορίες, για να τις γράψω. Eργάζομαι στην εφημερίδα Εστουντέρια.

Σήμερα η εφημερίδα Εστουντέρια θα δημοσιεύσει μία ιστορία μου από τη χώρα των πουλιών. Την άκουσα από ένα κοτόπουλο. Το συνάντησα στο νοσοκομείο των πουλιών. Ήταν σοβαρά άρρωστο. Κατάφερε όμως να επιζήσει. Αυτή είναι η ιστορία του όπως μου τη διηγήθηκε το ίδιο.

<< Με λένε Νιμενούη.

Γεννήθηκα μία παγωμένη νύχτα του Γενάρη. Έριχνε πολύ χιόνι εκείνη τη νύχτα και έκανε πολύ κρύο. Μεγάλωσα σε ένα μεγάλο κοτέτσι μαζί με τους γονείς μου και τ’αδέρφια μου. Επειδή ήμουν πολύ αδύνατος και φιλάσθενος κανείς δε μου έδινε σημασία.

Κάποια μέρα, ένας γιατρός είπε στους γονείς μου: «Δεν πειράζει, αφήστε τον να πεθάνει. Δε θα αντέξει. Θα κάνετε άλλα κοτόπουλα. Είστε και οι δυο σας πολύ νέοι».

Έτσι, με παράτησαν μονάχο μου σε μία ακρούλα, και δεν ασχολήθηκαν ξανά μαζί μου. Ευτυχώς με τάιζαν και τουλάχιστον δεν πεινούσα. Παρ’ όλες τις προβλέψεις του γιατρού, εγώ κατάφερα να ζήσω, και να γίνω ένα κοτόπουλο με κατάμαυρα, όμορφα, λαμπερά φτερά.

Όμως, η οικογένειά μου πίστευε, ότι θα είμαι ανάπηρος για όλη μου τη ζωή. Λες και είχα κάποια κολλητική κατάρα επάνω μου, και με απέφευγαν όλοι.

Μεγαλώνοντας, ήθελα να είμαι σαν τα άλλα κοτόπουλα. Είχα την ανάγκη να μου μιλούν, να με αγαπούν, να παίζουν μαζί μου. Αλλά δυστυχώς κανείς δε με πλησίαζε. Ήμουν εντελώς απομονωμένος απ’όλους στο κοτέτσι.

Κάποια μέρα είδα έναν κόκορα καμαρωτό και πολύ όμορφο. Πήγαινε βόλτα με τέσσερις κότες από το διπλανό περιβόλι. Πόσο ζήλεψα!! Πόσο θα ήθελα κι εγώ να πάω βόλτα μαζί τους!! Τότε, μου ήρθε μία ιδέα!! Έτρεξα δίπλα τους ρωτώντας τους. Γιατί δε με θέλετε; Γιατί δε με κάνετε παρέα; Αμέσως ο κόκορας μου απάντησε. «Εσύ είσαι ανάπηρος. Είσαι ένα τίποτα. Δεν έχεις κάτι που να αξίζει να ασχοληθεί κάποιος μαζί σου. Φύγε από μπροστά μου, και και μη μου τρως το χρόνο».

Τότε, εγώ θύμωσα και πληγώθηκα πολύ.

Άρπαξα ένα φτερό από το σώμα μου, το τράβηξα με δύναμη χωρίς να υπολογίσω τον δυνατό πόνο που ένιωσα, και του το έδωσα φωνάζοντάς του με ένταση. Να, πάρε ένα φτερό μου. Πάρτο να το έχεις και να με θυμάσαι. Τώρα θα με κάνεις παρέα; Σκέφτηκε λίγο ο κόκορας. Κοίταξε το ματωμένο φτερό που κρατούσα, μου το άρπαξε γρήγορα από το χέρι, και μου είπε με δυνατή φωνή. «Εντάξει ρε Νιμενούη. Έλα στην παρέα μας».

Από εκείνη τη μέρα πέρασαν πολλά χρόνια, και πολλά ματωμένα φτερά χάρισα σε πολλά κοτόπουλα που ούτε και εγώ θυμάμαι πόσα. Είχα επιτρέψει με τη θέλησή μου, στα άλλα κοτόπουλα, να με ξεπουπουλιάσουν. Κάποια μέρα δεν έμεινε κανένα πούπουλο και κανένα φτερό επάνω μου, αλλά και κανείς γύρω μου να με αγαπά, και να με έχει φίλο του έτσι όπως είχα καταντήσει μόνος μου τον εαυτό μου.

Σχεδόν αόρατος, χωρίς πούπουλα και φτερά.

Ήμουν απόβλητος από το κοτέτσι μου. Ανεπιθύμητος. Με βαριά καρδιά πήρα των οματιών μου, και βρήκα στέγη δίπλα από μία γέφυρα, σε ένα μακρινό χωριό, κοντά στη χώρα των ανθρώπων.

Τη μέρα κρυβόμουν σαν τον τυφλοπόντικα, κάτω από τη γέφυρα. Τη νύχτα ξεμύτιζα και έψαχνα με πολύ προσοχή για τροφή. Φοβόμουν πολύ μήπως γίνω εγώ τροφή για τα άγρια ζώα. Όμως έτσι όπως ζούσα έχανα λίγο λίγο τις δυνάμεις μου.

Μία νύχτα, χιόνιζε χωρίς σταματημό. Πονούσα και κρύωνα πολύ. Προσπαθώντας να προστατευτώ όπως μπορούσα κάτω από τη γέφυρα, τρέμοντας από το κρύο και τις κακουχίες, ζαλίστηκα και έπεσα κάτω. Δύο περαστικοί άνθρωποι νομίζοντας ότι ήμουν νεκρός, με πέταξαν στα σκουπίδια λέγοντας. «Ας ξεβρωμίσουμε τον τόπο από το άρρωστο και κακάσχημο ψοφίμι».

Κάποια στιγμή όμως συνήλθα.

Αισθάνθηκα ένα χέρι να αγγίζει το λαιμό μου και το κεφάλι μου. Άκουσα και μια χαρούμενη φωνή να λέει στο αυτί μου δύο με τρεις φορές.

«Με βλέπεις; Με ακούς; Θυμάσαι το όνομά σου;»

Εγώ όπως ήμουν ζαλισμένος άνοιξα τα μάτια μου, κι είδα έναν άνθρωπο με μακριά κατάλευκα μαλλιά και πυκνά κάτασπρα γένια, να μου λέει.

«Γεια σου κοτόπουλο. Είμαι ο γιατρός Φραγκίσκος. Νομίζω, ότι τώρα είσαι καλά. Κινδύνευσες να πεθάνεις. Ένας ρακοσυλλέκτης σε μάζεψε από τα σκουπίδια, και σε έφερε εδώ στο νοσοκομείο των πουλιών. Έτσι καταφέραμε να προλάβουμε να σε σώσουμε».

Γεια σας γιατρέ. Με λένε Νιμενούη, απάντησα, και άρχισα να κλαίω ασταμάτητα πολλή ώρα. Ο γιατρός με άφησε να ηρεμήσω και μετά μου είπε:

«Μη φοβάσαι Νιμενούη. Έχω δει κι άλλες περιπτώσεις σαν τη δική σου. Τα κοτόπουλα κατάφεραν μία χαρούλα να ζήσουν τη ζωή τους χωρίς πούπουλα και φτερά. Εγώ είμαι ειδικευμένος γιατρός να θεραπεύω τα κοτόπουλα που δεν έχουν πούπουλα και φτερά.

Μπορώ να σου δείξω τον τρόπο, και να σου μάθω κάποιες τεχνικές να χρησιμοποιείς, ώστε από εδώ και στο εξής στη ζωή σου να είσαι καλά. Να μπορείς να ζεις μόνος σου, και οι άλλοι να σε αποδέχονται και να σε αγαπούν έτσι ακριβώς όπως είσαι. Σου υπόσχομαι ότι θα αποκτήσεις πάρα πολλούς φίλους.

Πρώτα όμως θα σου μάθω να δέχεσαι και ν’αγαπάς τον εαυτό σου, έτσι ακριβώς όπως είναι. Χωρίς πούπουλα και χωρίς φτερά. Αν με ακούσεις και κάνεις ότι σου πω, κι ακολουθήσεις αυτόν τον τρόπο σκέψης και ζωής που θα σε διδάξω, θα τα καταφέρεις».

Έτσι, η ζωή μου άρχισε σιγά-σιγά ν’αλλάζει. Με τη βοήθεια και την καθοδήγηση του γιατρού Φραγκίσκου, έμαθα να ζω και να αγαπώ τον εαυτό μου, χωρίς πούπουλα και χωρίς φτερά.

Σήμερα είμαι πολύ καλά έτσι όπως είμαι, και νιώθω πολύ ευτυχισμένος. Τριγυρίζω σε όλα τα κοτέτσια της χώρας, φροντίζοντας να εκπαιδεύω και να βοηθώ άλλα κοτόπουλα, χωρίς πούπουλα και χωρίς φτερά, να ζούνε τη ζωή τους με γαλήνη και ηρεμία. Έτσι ακριβώς, όπως ο γιατρός Φραγκίσκος με βοήθησε και με δίδαξε.

Αυτή είναι η ζωή μου μέχρι τώρα. Τι θα κάνω στο μέλλον ούτε και που με νοιάζει. Αρκεί σήμερα που είμαι ένα χαρούμενο κι ευτυχισμένο κοτόπουλο >>.