Οι πυγολαμπίδες

Οι μνήμες που έχω γι’αυτούς τους αγαπημένους ανθρώπους, είναι σαν τις μικρές πυγολαμπίδες που φέγγουν μες το σκοτάδι της νύχτας.

Είναι τ’αστεράκια που φωτίζουν την ψυχή μου, όταν σκοτεινιάζει και βρίσκεται σε αδιέξοδο.

Ήταν το έτος 1963 θυμάμαι.

Ήμουν τότε περίπου στα τρία. Αισθανόμουν πολύ χαρούμενη, γιατί η μητέρα μου με κρατούσε σφιχτά από το χέρι. Δίπλα μου περπατούσε η αγαπημένη μου γιαγιά. Η γιαγιά Βαγγελιώ. Αχ αυτή η γιαγιά Βαγγελιώ!

Ένα πρόσωπο λαμπερό σαν τον καλοκαιρινό ήλιο, που επάνω του ο Θεός είχε ζωγραφίσει δύο γαλάζια μάτια, γεμάτα παιδική αθωότητα και σοφία.

Πόσο αγάπησα, αγαπώ και θα αγαπώ μέχρι το τέλος της ζωής μου, αυτές τις δύο γυναίκες. Μάνα και κόρη.

Η μία λάτρευε την άλλη. Η μία πονούσε για την άλλη. Τις χώρισε ένας ωκεανός.

H γιαγιά Βαγγελιώ εκείνο το βράδυ του 1963 αποχαιρετούσε τη μεγαλύτερή της κόρη, την αγαπημένη της Σταματία.

Περπατούσαν κι οι δύο τους στο λιμάνι του Πειραιά κρατώντας με από τα χέρια. Ήταν νύχτα. Πολύς κόσμος πηγαινοερχόταν με βαλίτσες και πράγματα στα χέρια. Άλλοι γελούσαν κι άλλοι έκλαιγαν.

Τότε δεν μπορούσα να καταλάβω τι ήθελε αυτός ο κόσμος εκεί.

Κάποια στιγμή η γιαγιά μου είπε στη μητέρα μου ότι έπρεπε να φύγει κι ότι ήρθε η ώρα να αποχαιρετιστούμε.

Και παίρνοντάς με αγκαλιά, άρχισε να με φιλά πολλές φορές στα μάγουλα και να κλαίει.

Τότε εγώ αν κι ήμουν πολύ μικρή ένιωσα τον πόνο του αποχωρισμού, όπως μπορεί να τον αισθανθεί ένα τρίχρονο παιδάκι.

Όταν με ακούμπησε στο έδαφος, πιάστηκα από το ένα της πόδι και δεν την άφηνα. Άρχισα να κλαίω και να φωνάζω συνέχεια πως θέλω κι εγώ να πάω μαζί της στην Αυστραλία.

Όμως η μητέρα μου με τράβηξε με δύναμη από τη γιαγιά μου και κλαίγοντας οι δύο μας, φύγαμε από το λιμάνι χωρίς τη γιαγιά μου.

Μάνα και κόρη τώρα είναι μαζί και φροντίζουν τα λουλούδια του παραδείσου.

Χαμογελούν, η μία στην αγκαλιά της άλλης.