Τα δώδεκα ωχ!

«Ωχ!» Λέει ο Γιάννης και πίνει μία τελευταία γουλιά από τον σχέτο ελληνικό καφέ του.

Παίρνει το παλτό του από την κρεμάστρα και το φορά. Αποχαιρετά την γυναίκα του με ένα πεταχτό φιλί, κι ανοίγει την εξώπορτα να φύγει για να πάει στη δουλειά του.

<< Στάσου! Ξέχασες τη λίστα με τα ψώνια. >> Τον φωνάζει από μέσα η γυναίκα του.

«Ωχ!» Λέει ο Γιάννης, παίρνει τη λίστα, τη βάζει στη μέσα τσέπη του παλτού του, και φεύγει.

Προχωρά πενήντα μέτρα, και φτάνει στο αυτοκίνητό του. Ανοίγει την πόρτα, κάθεται στο κάθισμα, και βάζει το κλειδί στη μίζα. Το αυτοκίνητο δεν παίρνει μπροστά. Ξαναπροσπαθεί αρκετές φορές, αλλά τίποτα.

«Ωχ» Λέει ο Γιάννης και βγαίνει από το αυτοκίνητο.

Πηγαίνει με τα πόδια στη στάση του λεωφορείου, και μόλις που το προλαβαίνει. Προσπαθεί να βγάλει το εισιτήριο από την τσέπη του για να το ακυρώσει, αλλά εισιτήριο δεν υπάρχει.

«Ωχ! Λέει ο Γιάννης και κατεβαίνει αμέσως στην πρώτη στάση, περιμένοντας να περάσει ταξί.

Πρέπει να φτάσει έγκαιρα στη δουλειά του. Σήμερα ο προϊστάμενός του θα κάνει αξιολόγηση των υπαλλήλων, κι έχει μεγάλο άγχος γι’αυτό. Σε λίγο αρχίζει να βρέχει καταρρακτωδώς, και γίνεται παπάκι από τη βροχή.

«Ωχ!» Λέει ο Γιάννης και μπαίνει στο ταξί που σταμάτησε, φτάνοντας στη δουλειά του αργοπορημένος και βρεγμένος.

Κάθεται μπροστά στον υπολογιστή του και προσπαθεί να τον ανοίξει, για να αρχίσει την καθημερινή του εργασία. Ο υπολογιστής όμως δεν ανοίγει. Προσπαθεί πολλές φορές αλλά δεν τα καταφέρνει. Ο υπολογιστής έχει βλάβη.

«Ωχ!» Λέει ο Γιάννης και πηγαίνει στον υπεύθυνο για να δει τι θα κάνει.

Οι ώρες περνούν, και η εργάσιμη μέρα του σε λίγο τελειώνει. Ευτυχώς ο προϊστάμενος ανέβαλε την αξιολόγηση για την επόμενη εβδομάδα. Όμως είναι υποχρεωμένος να κάνει δύο ώρες υπερωρίες γιατί τρεις συνάδελφοι έχουν αναρρωτική άδεια.

«Ωχ!» Λέει ο Γιάννης και συνεχίζει να εργάζεται δύο ώρες υπερωρίες.

Είναι εννέα η ώρα το βράδυ, και ο Γιάννης ταλαιπωρημένος, και φορτωμένος με τις σακούλες του σούπερ μάρκετ φτάνει στο σπίτι του. Βγάζει τα παπούτσια του, και φορά τις παντόφλες του. Μετά πίνει μονορούφι ένα ποτήρι νερό.

«Ωχ!» Λέει ο Γιάννης και κάθεται σε μία καρέκλα της κουζίνας να ξαποστάσει.

Τότε έρχεται η γυναίκα του από το διπλανό δωμάτιο και του λέει: << Α, ήρθες; Κοίτα να δεις, ο αχαΐρευτος ο γιος σου πάλι μου ζήτησε χρήματα. Εγώ του είπα να σε περιμένει να γυρίσεις από τη δουλειά για να του δώσεις. Θύμωσε όμως, βρόντηξε την πόρτα κι έφυγε. Όταν γυρίσει να του κάνεις φασαρία. Α, και να μην ξεχάσω, χτες βράδυ σου πήρα από την τσέπη σου δύο εισιτήρια. >>

«Ωχ!» Λέει ο Γιάννης και βάζει ένα πιάτο φαΐ για να φάει.

Κοντεύει δέκα και μισή η ώρα το βράδυ, και ο Γιάννης πάει στο κρεβάτι του να κοιμηθεί. Τότε η γυναίκα του ντυμένη, στολισμένη και παρφουμαρισμένη, του ανακοινώνει:

<< Γιάννη εγώ θα πάω στα γενέθλια της φίλης μου της Ξένιας. Ξέρω ότι είσαι πολύ κουρασμένος. Μάλλον θα αργήσω. Μπορεί να έρθω κατά τις τρεις. Καλύτερα εσύ να κοιμηθείς, γιατί αύριο δουλεύεις. Γεια σου αγάπη μου >>. Του λέει, και μετά φεύγει.

«Ωχ! Ωχ! Ωχ!» Λέει ο Γιάννης Αγιάννης, και ξαπλώνει στο κρεβάτι του να κοιμηθεί, βλέποντας στο όνειρό του ψάρια να περνούν πάνω από το κεφάλι του.