Ο Τρεχαλητός

Όταν άρχισε να καταλαβαίνει τον εαυτόν του ο Τρεχαλητός, έβλεπε γύρω του τους ανθρώπους να πηγαίνουν και να έρχονται πολύ γρήγορα. Να ανεβοκατεβαίνουν τις σκάλες γρήγορα. Να σκαρφαλώνουν στα δέντρα γρήγορα. Να κολυμπάνε σε ποτάμια σε λίμνες και σε θάλασσες γρήγορα. Να τρέχουν στα χωράφια γρήγορα. Να οδηγούν αυτοκίνητα πολύ γρήγορα.

Όλοι πήγαιναν και έρχονταν γρήγορα. Όλοι τους ήταν απασχολημένοι. Όλοι τα έκαναν όλα γρήγορα. Μιλούσαν γρήγορα. Χαιρετούσαν ο ένας τον άλλον γρήγορα. ‘Ετρωγαν γρήγορα. Ακόμα και ο ύπνος τους ήταν γρήγορος.

Τι να κάνει λοιπόν και ο Τρεχαλητός; Έμαθε κι αυτός να μιλά, να τρέχει, να παίζει, να τρώει και να κοιμάται γρήγορα. Όλα να τα κάνει πολύ γρήγορα.

Κάποια μέρα, εκεί που έτρεχε κι αυτός πολύ γρήγορα, μέσα σε ένα καταπράσινο λιβάδι γεμάτο με πολύχρωμα αγριολούλουδα, ήρθαν δύο ξένοι άνθρωποι και του είπαν: << Τρεχαλητέ, ήρθαμε να σε πάρουμε >>. << Όχι! Δεν έρχομαι μαζί σας. Δε σας γνωρίζω. Ποιοί είστε; >> << Μα τι λες τώρα; Τρελάθηκες; Δεν γνωρίζεις τους γονείς σου; Έλα! Πάμε να φύγουμε, γιατί βιαζόμαστε πολύ. Προχώρα λοιπόν! >> Του είπαν αυτοί οι δύο άγνωστοι που έλεγαν ότι είναι γονείς του.

Και γρήγορα τον άρπαξαν από το χέρι, τον έβαλαν μέσα σε ένα μεγάλο αυτοκίνητο, και στο πι και φι, οδηγώντας με μεγάλη ταχύτητα, πήγαν και τον έκλεισαν σε ένα θεόρατο οικοδόμημα λέγοντας του: << Αυτό το παλάτι είναι το σπίτι σου >>. << Α! Και τι θέλω εγώ εδώ μέσα; >> << Τρεχαλήτε, εδώ θα ζήσεις από σήμερα και για όλη την υπόλοιπη ζωή σου >>. << Μάλιστα! Δηλαδή εδώ θα μένω και δεν θα μπορώ να βγαίνω έξω να τρέχω, να παίζω, να περπατώ, και να κολυμπώ γρήγορα;>> Τους ρώτησε με πολύ αγωνία και φόβο ο μικρός Τρεχαλητός. << Ακριβώς αυτό θα κάνεις >>. Του απάντησαν οι δύο ξένοι, και τον έκλεισαν χωρίς την θέλησή του στο σπιτοπάλατο.

Ύστερα έφυγαν βιαστικά, και τον άφησαν μονάχο του μαζί με τους φύλακες αυλικοκόλακες, οι οποίοι τάχα, φρόντιζαν για την τροφή του και την ασφάλειά του.

Κάθε φορά όμως, όταν ο Τρεχαλητός προσπαθούσε να το σκάσει από το σπιτοπάλατο, μπροστά του εμφανιζόταν από το πουθενά, κάποιος αυλικοκόλακας και με τη βία τον εμπόδιζε να φύγει από το σπιτοπάλατο. Μετά από καιρό ο Τεχαλητός κουράστηκε να προσπαθεί. Στο τέλος παραιτήθηκε, κι υποτάχθηκε σε αυτόν τον τρόπο ζωής που τον υποχρέωσαν να ζήσει οι δύο ξένοι που έλεγαν ότι είναι γονείς του.

Τα χρόνια περνούσαν και ο Τρεχαλητός ζούσε κλεισμένος στο σπιτοπάλατο, έχοντας πάντα δίπλα του τους αυλικοκόλακες. Αυτοί οι αυλικοκόλακες ήταν σχεδόν ίδιοι μεταξύ τους. Άνδρες και γυναίκες έμοιαζαν σαν να ήταν βγαλμένοι όλοι τους από το ίδιο καλούπι. Πολλές φορές όταν ενηλικιώθηκε ο Τρεχαλητός αναρωτιόταν αν ήταν αληθινοί άνθρωποι. Ή μήπως ήταν καρικατούρες, ή κι απομιμήσεις ανθρώπων;

Μία μέρα όταν ο Τρεχαλητός έγινε εικοσιπέντε χρονών, οι αυλικοκόλακες του είπαν:

<< Τρεχαλητέ ετοιμάσου. Αύριο θα σε στέψουμε βασιλιά >>. << Α! Και εγώ τι ακριβώς πρέπει να κάνω όταν θα με στέψετε βασιλιά; >> <<Α! Εσύ σχεδόν τίποτα. Το μόνο που θα κάνεις είναι να περπατάς αργά, να χαιρετάς συνέχεια, αλλά να μην κοιτάς κανέναν στα μάτια. Έπειτα θα φοράς τα ρούχα που θα σου δίνουμε, και ποτέ δε θα μιλάς σε κανέναν. Αν χρειαστεί κάπου να μιλήσεις, θα μιλήσεις σύντομα και με ασάφεια. Εσύ θα κάθεσαι επάνω σε ένα ξύλινο τραπέζι με ρόδες, κι εμείς θα σε τριγυρνάμε στην πόλη μία φορά το μήνα, για να σε δείχνουμε στο λαό.

<< Ώστε αυτό κάνει ο βασιλιάς; >> << Ναι βέβαια >>. Είπαν οι αυλικοκόλακες στον βασιλιά Τρεχαλητό.

Από τότε ο χρόνος κυλούσε και κυλούσε, και ο βασιλιάς Τεχαλητός μεγάλωνε και μεγάλωνε όλο και πιο πολύ, φορώντας τα ρούχα που του έδιναν, και τρώγοντας τα φαγητά που διάλεγαν οι αυλικοκόλακες γι’αυτόν. Όταν δε τον τριγυρνούσαν στην πόλη επάνω στο ξύλινο τραπέζι, είχε μεγάλο φόβο μην τυχόν και πέσει, γατί αυτό έτριζε και ταρακουνιόταν πολύ.

Ένα πρωί οι αυλικοκόλακες φέρνοντας το φαγητό και τα ρούχα του βασιλιά Τρεχαλητού του είπαν: << Σήμερα θα γυρίσουμε τη μισή πόλη. ‘Εχουν έρθει οι γέροντες γονείς σου, γιατί θέλουν να σου ανακοινώσουν κάτι. Θα σε περιμένουν στο σαλόνι του πρώτου ορόφου για να φάτε όλοι μαζί και να μιλήσετε >>. << Δεν τους θυμάμαι. Έχουν περάσει πολλά χρόνια. ‘Ημουν πολύ μικρός όταν τους είδα τελευταία φορά. Μάλλον αυτοί θα με θυμούνται. Θα χαρώ πολύ να μιλήσω μαζί τους >>. Τους απάντησε ο βασιλιάς Τρεχαλητός. Ύστερα οι αυλικοκόλακες έφυγαν. Αμέσως ο βασιλιάς Τρεχαλητός βιάστηκε να φάει το τεράστιο και πλούσιο πρωινό του. Μετά πήρε στα χέρια του τα ρούχα που του άφησαν οι αυλικοκόλακες και προσπάθησε να τα φορέσει.

Μάταια όμως. Όσο και αν προσπαθούσε τα ρούχα δεν του χωρούσαν καθόλου. Είχε παχύνει πολύ τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια τρώγοντας όλα αυτά τα φαγητά που του έδιναν οι αυλικοκόλακες.

Ο Βασιλιάς Τρεχαλητός τότε αγχώθηκε πολύ. Δεν ήξερε τι να κάνει. Δεν είχε κάποιο ρούχο κατάλληλο να φορέσει για την παρέλαση στην πόλη. Στο τέλος απελπίστηκε, και άρχισε να περπατά πάνω κάτω στο δωμάτιό του ψάχνοντας να βρει μία λύση.

Και όπως τράβηξε την κουρτίνα στο παράθυρο του δωματίου του να δει αν είναι βροχερός ο καιρός έξω, του ήρθε μία πολύ ωραία ιδέα.

<< Μάλιστα!!! Θα ξεκρεμάσω την κουρτίνα, θα την τυλίξω γύρω μου, και θα την πιάσω στον ώμο μου με μία παραμάνα. Έτσι θα ξεμπερδέψω γρήγορα με τη γύρα στην πόλη, και θα δω τους γονείς μου >>. Είπε ο βασιλιάς Τρεχαλητός. Και βιάστηκε να φορέσει την κουρτίνα, και να στρογγυλοκαθίσει στην καρέκλα που ήταν επάνω στο ξύλινο τραπέζι. Η πομπή ξεκίνησε την παρέλαση στην πόλη! Μπροστά οι αυλικοκόλακες, στη μέση το τραπέζι με το βασιλιά Τρεχαλητό καθισμένο στην καρέκλα του να χαιρετά, και πίσω ο λαός να ακολουθεί χαζεύοντας και μουρμουρίζοντας.

Ο βασιλιάς Τρεχαλητός είχε σηκώσει ψηλά το κεφάλι του και δεν κοιτούσε προς τα κάτω. Μόνο σκεφτόταν τι φαγητό θα σερβίρουν στους γονείς του οι αυλικοκόλακες.

Τη μοιραία εκείνη στιγμή, ένας μεγάλος σκύλος ξέφυγε από το χέρι του αφεντικού του, κι έτρεξε κάτω από το τραπέζι του βασιλιά Τρεχαλητού, περνώντας στον απέναντι δρόμο.

Τότε το τραπέζι κουνήθηκε πέρα δώθε και μετά έσκασε κάτω σαν το καρπούζι, ρίχνοντας το βασιλιά Τρεχαλητό μέσα σε μία μεγάλη λακκούβα με βρομόνερα και λάσπες. Πέφτοντας ο βασιλιάς Τρεχαλητός κυλίστηκε στη λάσπη ολόκληρος και η κουρτίνα έγινε κομμάτια. Γρήγορα γρήγορα οι αυλικοκόλακες τον σήκωσαν. Ήταν ένας αγνώριστος βασιλιάς. Ένας βασιλιάς γυμνός, βρώμικος, λασπωμένος από πάνω μέχρι κάτω. Μύριζε κιόλας πολύ άσχημα.

Στην αρχή όλοι τον κοιτούσαν άφωνοι. Μετά από λίγο όμως βλέποντας το γυμνό βασιλιά με τις λάσπες κολλημένες επάνω του, άρχισαν να γελούν να σφυρίζουν, και να τον δείχνουν με το δάχτυλο.

Κάποιοι άνθρωποι δε, είχαν στις χούφτες τους στραγάλια, και τα πετούσαν επάνω στο γυμνό σώμα του βασιλιά, κοροϊδεύοντας τον.

Ο βασιλιάς Τρεχαλητός τρομαγμένος, έστρεψε το βλέμμα του στο λαό και κατάλαβε πόσο ευάλωτος είναι εκείνη τη στιγμή. Έμοιαζαν σαν να είναι όλοι τους λιοντάρια, έτοιμοι να τον κατασπαράξουν. Παραπατώντας και σπρώχνοντας το πλήθος που τώρα είχε αρχίσει να παίρνει λάσπες από κάτω και να τις πετά στο γυμνό σώμα του, θυμήθηκε τότε που ήταν μικρό παιδάκι και έτρεχε χοροπηδώντας στα καταπράσινα λιβάδια γρήγορα πολύ γρήγορα.

Έτσι για πρώτη φορά στην ενήλικη ζωή του, ο βασιλιάς Τρεχαλητός σκέφτηκε κάτι για τον εαυτόν του μόνος του.

«Είμαι ο βασιλιάς Τρεχαλητός και ότι θέλω κάνω. Αποφασίζω λοιπόν να μην είμαι πλέον βασιλιάς, να μη ζω στο σπιτοπάλατο, και να μην κάνω ότι μου λένε οι αυλικοκόλακες. Θα φύγω! Δεν ξέρω που θα πάω και τι θα απογίνω. Όμως θα φύγω.» Και άρχισε να περπατά σιγά σιγά μακριά από το σπιτοπάλατο μη δίνοντας σημασία στα παρακάλια και στις φοβερές απειλές των αυλικοκόλακων, αν τυχόν και δε γυρίσει πίσω στο σπιτοπάλατο. Προχωρώντας συνέχεια με πολύ δυσκολία, χωρίς να ακούει και να βλέπει κανέναν κατάφερε και βγήκε έξω από την πόλη.

Αν και το σώμα του ήταν γέρικο, τεράστιο και βρώμικο, ο καθαρός αέρας της εξοχής και ο λαμπερός ήλιος του έδωσαν δύναμη και θάρρος να συνεχίσει. Περπατώντας συνέχεια χωρίς σταματημό, έφτασε σε μία πανέμορφη λίμνη. Γύρω από τη λίμνη το έδαφος ήταν καταπράσινο. Μπλε και ροζ ζουμπούλια ξεπετάγονταν από τη γη δημιουργώντας παντού γύρω στο τοπίο μια υπέροχη αρμονία χρωμάτων. Η δε μυρωδιά των ζουμπουλιών θύμιζε ουράνια ευωδία.

Μία μεγάλη ιτιά στην όχθη της λίμνης είχε γερμένο απαλά προς το έδαφος τον κορμό της. Τα φύλλα της ίσα που ακουμπούσαν στο νερό. Μάλλον είχε κρυφή συνομιλία με το καθαρό, διάφανο, και ήρεμο νεράκι.

Βλέποντας αυτή τη μαγική εικόνα ο Τρεχαλητός, με χαρά και λαχτάρα βούτηξε στο νερό, και ξεπλύθηκε από τις λάσπες και τη βρωμιά. Έκοψε κι ένα φυλλαράκι από τη μεγάλη ιτιά, το έβαλε στο στόμα του κι άρχισε να το μασουλά. Τώρα αισθανόταν υπέροχα. Η ψυχή του είχε γαληνέψει. Δεν είχε καμία έγνοια στο μυαλό του.

Ύστερα ξάπλωσε ανάμεσα στα ζουμπούλια. Κοίταξε το καθαρό, τεράστιο, και γέρικο γυμνό σώμα του, το άγγιξε με τα χέρια του, και άρχισε να γελά και να γελά χωρίς σταματημό. Ξεκίνησε κιόλας να τραγουδά στον εαυτόν του ένα τραγουδάκι που του ήρθε στο μυαλό εκείνη τη στιγμή, με έναν εύθυμο έντονο και γλυκό ρυθμό.

<< Τριαλαλό – τριαλαλό

Τρεχαλητό – Τρεχαλητό

Το σώμα αυτό το αγαπώ

Δεν είμαι πλέον βασιλιάς

Είμαι όμως άνθρωπος χαράς.

Τριαλαλό – τριαλαλό

Τρεχαλητό – Τρεχαλητό >>.