Η φράουλα

Αυτή η ιστορία είναι θαμμένη κάτω απ’ το χιόνι. Είναι ξεχασμένη. Μαζί της είναι ξεχασμένες οι ευθύνες, οι ενοχές, και οι τύψεις. Συνέβη πριν πολλά χρόνια. Ποτέ όμως δεν την ξέχασα. Κάθε φορά που βλέπω φράουλες νιώθω μία θλίψη μία οργή. Αυτή η ιστορία πρέπει να φανερωθεί.

Είναι αρχές Μαρτίου του 1985 γύρω στις δέκα η ώρα το πρωί. Σε κάποια πρωτέουσα μιας χώρας της ανατολικής Ευρώπης, αυτή τη χρονιά έχει χιονίσει πάρα πολύ. Τα χιόνια μόλις έχουν αρχίσει να λιώνουν, κι είναι στοιβαγμένα δεξιά κι αριστερά στις άκρες των δρόμων, γύρω στο ένα μέτρο. Ακόμα όμως κάνει αρκετό κρύο. Τα πρώτο μικροσκοπικό λευκό αγριολούλουδο το λευκόιο, έχει αρχίσει να ξεπετάγεται μέσα απ’ το χιόνι, δίνοντας στην ατμόσφαιρα μία ελάχιστη πνοή άνοιξης.

Σε ένα διαμέρισμα κάπου στο κέντρο της πόλης, μία γιαγιά και ο τετράχρονος εγγονός της, ο μικρός Άγγελος, ετοιμάζονται να πάνε σε μία υπαίθρια λαϊκή. Ο μικρός Άγγελος πίνει την τελευταία γουλιά από το γάλα του. Μετά σηκώνεται από το τραπέζι της κουζίνας, και σκουπίζει το στόμα του με την επάνω πλευρά του χεριού του, προσέχοντας να μην τον δει η γιαγιά του. Ύστερα φορά το παλτό του και στέκεται στην εξώπορτα όλο χαρά, περιμένοντας τη γιαγιούλα του για να φύγουν.

Σε λίγο η γιαγιά και ο εγγονός της είναι έξω στο δρόμο. Καθώς περπατούν η γιαγιά πιάνει σφιχτά τον Άγγελο από το χέρι. Βαδίζουν πολύ προσεχτικά, γιατί αν και τα χιόνια έχουν αρχίσει να λιώνουν, ο δρόμος γλιστρά. Η λαϊκή δεν είναι πολύ μακριά απ’ το σπίτι τους, έτσι σε ένα τέταρτο περίπου φτάνουν.

Σήμερα έχει πολύ κόσμο, πολλές ουρές και λίγα προϊόντα. Οι δύο τους διασχίζουν τη λαϊκή και σταματούν δίπλα σ’ ένα μικρό ξύλινο τραπεζάκι γεμάτο με λουλούδια. Στα λουλούδια ποτέ δεν υπάρχουν ουρές. Αγοράζουν ένα μπουκέτο λευκόια. Ο Άγγελος χαρούμενος κρατά στο χεράκι του το μικρό μπουκέτο με τα λουλούδια, κοιτάζοντάς τα με θαυμασμό. «Τι όμορφα που είναι! Μοιάζουν σαν μικρά άσπρα ανθρωπάκια που έχουν σκυμμένο το κεφάλι τους προς τα κάτω.» Σκέφτεται ο Άγγελος, μυρίζοντάς τα συνέχεια, προσπαθώντας να καταλάβει αν έχουν κάποια μυρωδιά.

Κάποια στιγμή καθώς περπατούν παρατηρώντας τη λαϊκή, φτάνουν σ’ έναν πάγκο με φράουλες. Ο μικρός Άγγελος βλέπει με λαχτάρα το μεγάλο σωρό από τις κατακόκκινες φράουλες, που είναι αραδιασμένες επάνω στον πάγκο της λαϊκής. Οι φράουλες είναι το αγαπημένο του φρούτο, που όμως σπάνια το γεύεται.

<< Έλα γιαγιάκα μου να πάμε να πάρουμε φράουλες >>. Λέει ανυπόμονα ο μικρός Άγγελος. << Όχι παιδί μου, δε βλέπεις, έχει πάρα πολύ μεγάλη ουρά. Είναι πολύς κόσμος. Θα κουραστείς να περιμένεις τόση ώρα >>. Λέει η γιαγιά στον εγγονό της, και τον τραβά απ’ το χέρι, για να φύγουν απ’ τον πάγκο με τις φράουλες. << Όχι! Όχι! Εγώ θα περιμένω. Σε παρακαλώ γιαγιάκα κάνε μου αυτή τη χάρη! Θέλω τόσο πολύ να φάω φράουλες! Έλα! >> Λέει ο Άγγελος.

Λυγίζει η γιαγιά, και θέλοντας να ευχαριστήσει τον εγγονό της, στέκονται και οι δύο τους στην τεράστια ουρά περιμένοντας να πάρουν μισό κιλό φράουλες. Γιατί μόνο μισό κιλό φράουλες είχαν το δικαίωμα να αγοράσουν. Έτσι ήταν τα πράγματα τότε σ’ αυτήν τη χώρα. Γιαγιά και εγγονός αδιαμαρτύρητα περιμένουν στην ουρά σχεδόν μία ώρα.

Κάποια στιγμή έρχεται και η δική τους σειρά. Η γιαγιά και ο μικρός Άγγελος στέκονται μπροστά στον πάγκο με τις φράουλες. Η γιαγιά αμίλητη με το ένα χέρι κρατά σφιχτά το μικρό Άγγελο, και με το άλλο δίνει το διχτάκι της στον σκυθρωπό πωλητή. Αυτός το γεμίζει με φράουλες και το τοποθετεί επάνω στην παλάντζα. Μετά παίρνει το βαρίδι του μισού κιλού στο χέρι του, για να ζυγιάσει τις φράουλες.

Τότε, ο μικρός Άγγελος μην αντέχοντας άλλο την προσμονή και νομίζοντας ότι κανείς δεν τον βλέπει, τεντώνει το μικρό του χέρι προς τον πάγκο και παίρνει μία φράουλα.

Ανοίγει γρήγορα το στόμα του, βάζει μέσα τη φράουλα κι ετοιμάζεται να τη μασήσει. Δευτερόλεπτα μετά, ο πωλητής κρατώντας το βαρίδι που ζύγιαζε, με δυνατή και θυμωμένη φωνή, του λέει, << κλέφτη >> και χτυπά με το βαρίδι τον μικρό Άγγελο στην κορυφή του κεφαλιού του.

Ο μικρός Άγγελος με τα μάτια του ορθάνοιχτα από τον τρόμο, και με την αμάσητη φράουλα στο στόμα, σωριάζεται στο έδαφος. Μαζί του πέφτει κάτω και η γιαγιά του βγάζοντας μια δυνατή κραυγή απελπισίας. Εγγονός και γιαγιά είναι πεσμένοι κάτω στο έδαφος ακίνητοι. Γύρω τους είναι σκορπισμένα τα κάτασπρα μικρά αγριολούλουδα.

Για λίγα δευτερόλεπτα δεν ακούγεται τίποτα. Κανείς δεν αντιδρά από το πλήθος. Λες κι είναι όλοι τους ζωντανοί νεκροί.

Ξαφνικά κάποιος κάνει μία κίνηση. Προχωρά αργά, βουβά, κι αρπάζει τον πωλητή από το παλτό… Τότε, το ίδιο κάνουν και οι υπόλοιποι που είναι γύρω από τον πάγκο με τις φράουλες.

Τι απέγινε ο μικρός Άγγελος κι η γιαγιά του, δεν ήταν δυνατόν να μάθω. Ελπίζω μέσα απ’ την ψυχή μου να κατάφεραν να επιζήσουν. Όμως γυροφέρνω στη σκέψη μου ένα γιατί.

Γιατί; Γιατί; Δε γνωρίζω την απάντηση. Ίσως έτσι έπρεπε να γίνει σ’ εκείνη τη χώρα, για να ξυπνήσουν αυτοί οι άνθρωποι, και να πάρουν τη ζωή τους στα δικά τους χέρια, χωρίς να σκύβουν το κεφάλι αδιαμαρτύρητα. Γιατί αυτό είναι ζωή.

Καλή και κακή.

Γλυκόξινη σαν τη γεύση της φράουλας.