O χρυσαετός και τ’ αηδόνι

Σε μία ψηλή, σχεδόν απάτητη βουνοκορφή, το μόνο που ακούγεται είναι η δυνατή βοή του ανέμου. Σχίζει με δύναμη και διαπερνά τα απόκρημνα βράχια, αφήνοντας επάνω τους σημάδια. Μοιάζουν να είναι ζωγραφικοί πίνακες ανεξίτηλοι. Μέσα στην άγρια ομορφιά και την απεραντοσύνη του τοπίου, ένας χρυσαετός στέκεται στην άκρη ενός γκρεμού, έχοντας τα φτερά του διάπλατα ανοιγμένα. Μετά από λίγο, αρχίζει να πετά αργά-αργά γεμάτος σιγουριά. Είναι ο απόλυτος κυρίαρχος του βουνού και το γνωρίζει. Με τα δύο του μάτια σαρώνει την περιοχή και το πανέμορφο τοπίο. Το βλέμμα του θα το ζήλευε και η πιο τέλεια κάμερα.

Πετά ψάχνοντας το ταίρι του. Όμως δε βλέπει τίποτα. Το ταίρι του είναι άφαντο. Κοιτάζει και πάλι όλη την περιοχή, αλλά δε βλέπει απολύτως τίποτα.

Απότομα κάνει αναστροφή πετώντας τώρα λίγο πιο γρήγορα. Θέλει να φτάσει σύντομα στη φωλιά τους για να βρει το ταίρι του. Εκεί βρίσκονται και τα δύο μικρά τους. Τα αφήνουν κάθε μέρα πολύ λίγο μόνα τους. Οι δύο τους πηγαίνουν να ψάξουν για την τροφή τη δική τους και των μικρών τους. Τα χρυσαετόπουλα είναι ακόμα μικρά, και χρειάζονται τη βοήθεια των γονιών τους για να καταφέρουν να επιβιώσουν μόνα τους.

Ο χρυσαετός τώρα πετά ακόμα πιο γρήγορα. Αισθάνεται ότι κάτι δεν πάει καλά. Καθώς πλησιάζει προς τη φωλιά του, επιβραδύνει το πέταγμα. Με το οξύ βλέμμα του, διακρίνει την αγαπημένη του και τα μικρά τους. Όμως και πάλι νιώθει μία ανησυχία. Τώρα πετά ακριβώς από πάνω τους, και σε λίγο προσγειώνεται δίπλα τους.

Με τρόμο τους βλέπει να μην κινούνται καθόλου. Κάτι συνέβη, και οι τρεις τους είναι νεκροί. Με αγωνία, ταρακουνώντας τους αρκετές φορές, μες την απελπισία του ελπίζει ότι θα συνέλθουν. Δυστυχώς καταλαβαίνει ότι είναι πλέον πολύ αργά. Έχουν φάει φαρμακωμένη τροφή. Στέκει ακίνητος δίπλα τους αρκετή ώρα, μη μπορώντας να τους σώσει. Οι ώρες περνούν, και τα άψυχα κορμιά των τριών χρυσαετών κείτονται στο χώμα.

Κάθεται μαζί τους όλη τη νύχτα, κοιτώντας τους συνέχεια, προσπαθώντας να φυλακίσει μέσα στην ψυχή του την μορφή τους. Μοιάζουν σαν να κοιμούνται βαθιά. Ανατριχιάζει με τη σκέψη ότι μπορεί κάποια στιγμή να τους ξεχάσει. Αυτός που είναι ο βασιλιάς του βουνού, νικήθηκε από το φαρμάκι. Είναι πολύ λυπημένος.

Το ξημέρωμα τον βρίσκει να στέκεται δίπλα τους. Με οργή και θλίψη, κοιτάζει για τελευταία φορά τους τρεις αγαπημένους του. Ύστερα ανοίγει τα πελώρια φτερά του σε όλο τους το μήκος, τα τινάζει αρκετές φορές πάνω-κάτω, κι ορμά σαν την αστραπή ψηλά στον ουρανό.

Πετά πολύ ψηλά, με μεγάλη ταχύτητα. Πετά συνέχεια, μέχρι που νυχτώνει. Είναι τόσο θυμωμένος και πονεμένος, ώστε δεν αντιλαμβάνεται ότι έχει απομακρυνθεί απ’ τα βουνά. Έχει αρχίσει να βρέχει και να φυσά δυνατά. Ο χρυσαετός όμως δε νιώθει τίποτα. Μόνο πετά. Πετά ασταμάτητα. Μετά από αρκετές ώρες, φτάνει σε μία δύσβατη και απόκρημνη ρεματιά.

Παραδίπλα της ρέει ένα ποτάμι με πέτρες και βράχους. Πετά κατά μήκος της ρεματιάς, κουρασμένος και αποκαμωμένος απ’ τη στεναχώρια του. Πετώντας σκέφτεται το κακό που του συνέβη και η καρδιά του σπαράζει από τον πόνο. Σε λίγο μειώνει την ταχύτητα. Είναι ζαλισμένος, κι αρχίζει να έχει παραισθήσεις.

<< Εσύ; Είσαι εσύ που πετάς δίπλα μου; Δεν πέθανες; Έλα! Πάμε να φύγουμε από εδώ. Έλα! >> Ο χρυσαετός φαντάζεται ότι πετά με την αγαπημένη του. Προσπαθεί να επιταχύνει, για να πετάξει μαζί της. Πρέπει να την προλάβει να μη φύγει από κοντά του. Όμως αυτή πετά μακριά του, και δεν την προλαβαίνει. Επιταχύνει ακόμα περισσότερο, αλλά αυτή εξαφανίζεται πετώντας ακόμα πιο γρήγορα.

Τότε, ο χρυσαετός συνέρχεται απότομα απ’ την ψευδαίσθηση. Όμως ο πόνος τον τρυπά σαν βέλος στην καρδιά. Είναι κατάκοπος. Και καθώς πετά, μία σκέψη του περνά από το μυαλό. Να παραιτηθεί. Να πέσει στα νερά του ποταμού να δώσει ένα τέλος στο μαρτύριό του.

Με το πρώτο φως της αυγής, ο χρυσαετός γυρίζει προς τα κάτω το σώμα του, και σαν τη σφαίρα επιταχύνει. Αφήνεται να πέσει στο ποτάμι, και καθώς πέφτει, ακούγεται το πονεμένο ουρλιαχτό του……..

Μόλις σταμάτησε να βρέχει, κι η μέρα άρχισε να χαράζει. Μια πανέμορφη αγράμπελη με κατάλευκα λουλούδια, είναι σκαρφαλωμένη μέχρι την κορυφή ενός δένδρου. Μες στην αγκαλιά της αγράμπελης, κι επάνω στα κλαδιά του δένδρου, ένα αηδόνι έχει κουρνιάσει. Είναι σκεφτικό και στεναχωρημένο. Αρχίζει να κελαηδά, και το κελάηδημά του είναι πολύ γλυκό. Όμως στο τέλος αφήνει μία γλυκιά θλίψη κι έναν λυγμό.

Η αγαπημένη του τον απέρριψε για ένα άλλο αηδόνι, πιο μεγάλο και πιο όμορφο.

«Μπορεί στο ανάστημα να είμαι πιο μικρός, όμως στο κελάηδημα είμαι ο καλύτερος» σκέφτεται τ’ αηδόνι. Κάποια στιγμή, κάνει μία παύση στο θλιμμένο κελάηδημά του για να ξεκουραστεί. Τότε ξαφνικά, ακούει ένα ανατριχιαστικό ουρλιαχτό να αντηχεί από ψηλά. Αμέσως σηκώνει το κεφάλι του κοιτώντας προς τον ουρανό, και βλέπει έναν θεόρατο σκουρόχρωμο όγκο, να κατευθύνεται με μεγάλη ταχύτητα καταπάνω του.

Ίσα που προλαβαίνει να πετάξει λίγο πιο πέρα. Ο σκούρος όγκος πέφτει με δύναμη επάνω στα κλαδιά του δένδρου. Όμως η αγκαλιά της αγράμπελης μπόρεσε και τον συγκράτησε, ώστε να μην πέσει κάτω στο έδαφος . Τ’ αηδόνι τρομοκρατημένο και νομίζοντας ότι θα σταματήσει η καρδιά του να χτυπά απ’ το μεγάλο σοκ που βίωσε, συνειδητοποιεί ότι αν δεν είχε πετάξει έγκαιρα λίγο πιο πέρα, τώρα θα ήταν σκόνη στον άνεμο. Γλύτωσε από θαύμα.

Τ’ αηδόνι σχεδόν ξεχνά τον φόβο του, και προσπαθεί να δει, τι είναι αυτός ο σκούρος όγκος που είναι καρφωμένος επάνω στα κλαδιά της αγράμπελης. Πλησιάζει προσεχτικά, επιφυλακτικά, κι ανοίγει διάπλατα τα μάτια του. << Ω!!! ένα θεόρατο πουλί. Είναι δυνατόν; Μα καλά, πως έπεσε απ’ τον ουρανό εδώ πάνω; Τι να είναι άραγε; Μπούφος; Κουκουβάγια; Γεράκι; Μπα!! Όχι. Είναι πολύ μεγάλο. Μάλλον χρυσαετός πρέπει να είναι >>. Αναρωτιέται φωναχτά τ’ αηδόνι, και περιεργάζεται από απόσταση ασφάλειας τον χρυσαετό.

Χίλιες δυο σκέψεις περνούν απ’ το μυαλό του. «Είναι νεκρός; Τι να έχει; Είναι άρρωστος; Μήπως είναι τραυματισμένος από σφαίρα; Έχει φάει φαρμάκι;» Και πολλά άλλα. Η ώρα περνά, και τώρα έχει ξημερώσει για τα καλά. Τ’ αηδόνι κρυφοκοιτάζοντας τον χρυσαετό, σπάει το κεφάλι του να καταλάβει τι του συμβαίνει. «Μάλλον πέθανε. Πρέπει να βρω έναν τρόπο να τον ρίξω κάτω στο χώμα. Θα σαπίσει και δε θα μπορώ να μείνω εδώ. Μου αρέσει πολύ αυτό το δένδρο. Κοίτα τι μπελάς. Εδώ βρήκε να πεθάνει κι αυτός;»

Εκεί λοιπόν που τ’ αηδόνι σκεφτόταν να βρει λύση για το τι θα κάνει με το κουφάρι του χρυσαετού, απότομα ο χρυσαετός κινήθηκε, κι άνοιξε τα μάτια του. Τ’ αηδόνι κοκκάλωσε. Η αναπνοή του σταμάτησε. «Είμαι τελειωμένος. Θα με κατασπαράξει!!!» Σκέφτηκε με τρόμο. Και προσπάθησε να βρει το κουράγιο να πετάξει, να φύγει μακριά, να γλυτώσει απ’ τα νύχια του αρπακτικού.

<< Στάσου αηδόνι, μη φεύγεις. Μη φοβάσαι, δε θα σε πειράξω >>. Είπε με αδύναμη και πολύ σιγανή φωνή ο χρυσαετός.

Χωρίς να σκεφτεί καθόλου, τ’ αηδόνι γύρισε πίσω, και κοίταξε τον χρυσαετό στα μάτια. Ήταν τόσο θλιμμένα, που τ’ αηδόνι δεν άντεξε, κι άρχισε να κελαηδά λυπητερά, επηρεασμένο από τον μεγάλο πόνο που αντίκρισε στα μάτια του χρυσαετού. Όταν σταμάτησε το κελάηδημα, παραξενεμένο από την πρωτοφανή συμπεριφορά του, απ’ τα μάτια του χρυσαετού κυλούσαν ποτάμι τα δάκρυα. Τ’ αηδόνι δεν είπε τίποτα. Μόνο κούρνιασε λίγο πιο πέρα και περίμενε. Περίμενε, μέχρι να σταματήσει να κλαίει ο χρυσαετός. Μετά αναθάρρησε, πήγε κοντά του και του είπε:

<< Είσαι καλά; Τι σου συμβαίνει; Μήπως θέλεις κάτι; Πρέπει να φύγω, να πάω να βρω τροφή >>. Δεν πήρε απάντηση. Τότε τ’ αηδόνι πέταξε μακριά, με τη σκέψη ότι μάλλον όταν ξαναγύριζε στη φωλιά του, ο χρυσαετός θα είχε φύγει. Το σούρουπο τ’ αηδόνι γύρισε πίσω. Παραξενεμένο κι έκπληκτο, είδε τον χρυσαετό να βρίσκεται επάνω στο δένδρο. Εκεί ακριβώς που τον άφησε όταν έφυγε το πρωί. Είχε τα μάτια του κλειστά, και φαινόταν σαν πεθαμένος. << Ε! χρυσαετέ ήρθα. Είσαι καλά; Γιατί δε μου μιλάς; >> Ο χρυσαετός δεν απάντησε.

Για τρεις μέρες συνέχεια γινόταν το ίδιο πράγμα. Τ’ αηδόνι έφευγε, γυρνούσε, και ο χρυσαετός στο ίδιο μέρος ακίνητος, και με κλειστά τα μάτια. Την τέταρτη μέρα τ’ αηδόνι ανησύχησε. Είχε αρχίσει να συνηθίζει την παρουσία του χρυσαετού. Κάτι έπρεπε να κάνει. Αν συνεχιζόταν αυτή η κατάσταση, σίγουρα ο χρυσαετός θα πέθαινε από την πείνα. <<Μόνο να ήξερα τι έχει, και τι του τρώει την ψυχή >>. Αναρωτιόταν τ’ αηδόνι.

Την πέμπτη μέρα τ’ αηδόνι δεν άντεξε. Αποφάσισε μετά από πολλή σκέψη, να πάρει δραστικά μετρά. Χωρίς καθόλου να φοβηθεί, έβαλε ένα κομμάτι απ’ τη δική του τροφή δίπλα στο στόμα του χρυσαετού, και προσπάθησε να τον ταΐσει.

<< Έλα φίλε μου άνοιξε το στόμα σου. Σε παρακαλώ. Ξέρω ότι δεν είναι τροφή της αρεσκείας σου. Αλλά κάτι πρέπει να φας. Να δυναμώσεις, να γίνεις καλά, να σταθείς στα πόδια σου. Αν συνεχίσεις έτσι θα πεθάνεις >>. Ο χρυσαετός άνοιξε τα μάτια του, κοίταξε τ’ αηδόνι, κοίταξε την τροφή και του είπε: << Δεν θέλω να φάω. Θέλω να πεθάνω. Δεν μπόρεσα να τους σώσω. Γιατί; Γιατί να ζήσω; >> << Μα τι λες φίλε μου; Δε σε καταλαβαίνω. Εγώ σου λέω να φας, και μετά να συζητήσουμε τι σε βασανίζει. Έλα άνοιξε το στόμα σου. Κάνε μου τη χάρη. Ένας τόσο μεγαλόπρεπος αετός να πεθάνει από την πείνα; Είναι δυνατόν; Έλα φίλε μου. Προσπάθησε να φας >>.

Πες πες με τα παρακάλια του και το γλυκό κελάηδημά του, το μικρό αηδόνι κατάφερε να μαλακώσει λίγο τον πόνο του χρυσαετού, και να τον πείσει να αρχίσει να δέχεται την τροφή που τον τάιζε.

Δύο εβδομάδες πέρασαν, και ο χρυσαετός με τη βοήθεια του μικροσκοπικού αηδονιού, άρχισε και πάλι να στέκεται στα πόδια του. Ανεβοκατέβαινε με ευκολία τα κλαδιά των δένδρων, και περίμενε κάθε σούρουπο τον φίλο του να γυρίσει απ’ το πέταγμά του.

Ο χρυσαετός και τ’ αηδόνι, αν και ήταν τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους, κατάφεραν να γίνουν δυο πολύ καλοί φίλοι.

Μια μέρα ο χρυσαετός είπε στο αηδόνι: << Έλα φίλε μου και κάτσε κοντά μου. Θέλω να σου πω τι συμφορά με βρήκε, κι υποφέρω τόσο. Κάποτε είχα μία αγαπημένη και δύο……. >> Και είπε όλη την τραγική ιστορία του στο αηδόνι ο χρυσαετός. Μόλις σταμάτησε να μιλά ο χρυσαετός, τ’ αηδόνι είχε δακρύσει. Είναι δυνατόν!! Ατέλειωτος πόνος!!

Τώρα καταλάβαινε τ’ αηδόνι γιατί ο χρυσαετός ήθελε να σταματήσει να ζει. Κι αυτός ο ανόητος νόμιζε ότι το δικό του βάσανο, ήταν το μεγαλύτερο που μπορούσε να συμβεί. Χρειάστηκε ένας χρυσαετός, για να καταλάβει το μικρό αηδόνι πόσο τυχερό ήταν. Ένιωσε μεγάλη ευγνωμοσύνη για τον πλάστη του επειδή ήταν ζωντανός, και που απέκτησε αυτόν τον σπουδαίο φίλο. Τον θαύμαζε πολύ! Ήταν ο βασιλιάς των πουλιών, κι ήταν φίλος του! Τι μεγάλη τιμή για ένα μικρό αηδόνι!

Όμως το ίδιο και ο χρυσαετός, εκτιμούσε και θαύμαζε το μκροσκοπικό αηδόνι, γιατί δεν τον φοβήθηκε και στάθηκε δίπλα του με θάρρος. Ύψωσε το μικρό του ανάστημα, και με το πείσμα, την αγάπη, και τη συμπόνια του, κατάφερε να τον κρατήσει στη ζωή.

Πέρασε ο καιρός, κι ο χρυσαετός αποχαιρέτησε τον φίλο του και πέταξε ψηλά στον ουρανό. Αμέσως μετά, το αηδόνι έφυγε για την Αφρική.

Όμως αυτή η φιλία δεν ξεχάστηκε ποτέ. Ούτε απ’ τον χρυσαετό, ούτε απ’ τ’ αηδόνι. Και οι δυο τους είπαν γι’αυτήν την παράξενη κι ευλογημένη φιλία στα παιδιά τους. Από γενιά σε γενιά, οι χρυσαετοί και τ’ αηδόνια διηγούνταν γι’αυτήν τη φιλία. Όμως τ’ αηδόνια αυτήν τη φιλία, την κελαηδούσαν κάθε ξημέρωμα, όταν έβλεπαν να πετά ψηλά στον ουρανό, ο βασιλιάς των πουλιών ο χρυσαετός.

(Αφιερωμένο στη Μερλίνα)

.