Αμνησία

Μια μέρα, βρέθηκα να παραπατώ κρατώντας σφιχτά ένα μαχαίρι στο αριστερό μου χέρι. Βρισκόμουν σε μία πόλη που δε γνώριζα, χαμένη μέσα στο πλήθος. Μια άγνωστη μεταξύ αγνώστων. Άρχισα να ζαλίζομαι, και κάνοντας προσπάθεια, αφού πέταξα το μαχαίρι, πιάστηκα από το πόμολο μιας τζαμόπορτας. Τα χέρια μου ήταν ματωμένα. Σήκωσα το κεφάλι μου κοιτάζοντας το τζάμι και τρόμαξα. Είδα μπροστά μου μια άγνωστη γυναίκα.

Αυθόρμητα, άγγιξα το πρόσωπό μου κι αναρωτήθηκα. Ποια είμαι; Τι κάνω εδώ πέρα; Γιατί τα χέρια μου είναι ματωμένα; Από που έρχομαι; Που θέλω να πάω; Δεν μπόρεσα να δώσω μία απάντηση γιατί δεν θυμόμουν απολύτως τίποτα. Ούτε ποια ήμουν, ούτε από που έρχομαι, ούτε ποιος είναι ο σκοπός της ύπαρξής μου επάνω σε αυτόν τον πλανήτη.

Το μόνο που γνώριζα ήταν τι ένιωθα. Ένιωθα θλίψη, ένιωθα θυμό, ένιωθα οργή, ένοιωθα φόβο. Ήμουν εντελώς ανήμπορη να δώσω μια απάντηση.

Άρχισα να βαδίζω στα τυφλά, χωρίς να ξέρω και να θυμάμαι τίποτα.

Με αγωνία ρώτησα κι έψαξα παντού. Με θυμό και οργή μη μπορώντας να θυμηθώ τον σκοπό της ύπαρξής μου, αναζήτησα στα βιβλία τη γνώση, νομίζοντας ότι θα βρω εκεί απάντηση. Με ελπίδα και φόβο μπροστά στις θρησκείες γονάτισα. Όμως, κανείς και τίποτα σε ολάκερο τον κόσμο, δε μπόρεσε να με βοηθήσει να θυμηθώ ποια είμαι, γιατί νιώθω έτσι, και για ποιο λόγο υπάρχω.

Τα χρόνια περνούσαν κι εγώ συνέχιζα να ψάχνω και να ρωτώ. Ποια είμαι; Από που έρχομαι; Γιατί υπάρχω; Μετά από καιρό απελπίστηκα. Η τελευταία μου ελπίδα να ανακαλύψω κάτι, χάθηκε στη λήθη του ταραγμένου μου μυαλού και της χαμένης μου ψυχής.

Στο τέλος, ανήμπορη να θυμηθώ οτιδήποτε, άρχισα να χάνω τα λογικά μου. Αποφάσισα να ζήσω μακριά από τις πόλεις και τους ανθρώπους. Τριγύριζα ξυπόλητη, βρώμικη, και με σκισμένα ρούχα. Όταν έφτανα σε κάποιο χωριό, έτρωγα από τα σκουπίδια που πέταγαν οι άνθρωποι, και πολλές φορές αν κάποιο σπίτι ήταν ανοιχτό, έμπαινα μέσα κι άρπαζα ότι τροφή έβρισκα. Ύστερα, έφευγα γρήγορα για να μη με πιάσουν να κλέβω, και χανόμουν στα δάση και στην ερημιά. Κοιμόμουν κάτω από τα δέντρα μέσα σε χωράφια κάτω από γεφύρια. Έπινα νερόβουρκο από τα βρομόνερα που έβρισκα. Μόνο όταν στο δρόμο μου ήταν κάποιο ποτάμι, τότε έπινα καθαρό νερό.

Τους λιγοστούς ανθρώπους που συναντούσα στο δρόμο μου, τους φόβιζα. Μόλις με έβλεπαν από κοντά, έτρεχαν τρομαγμένοι να φύγουν μακρυά μου. Φοβόντουσαν τον θυμό μου και την οργή μου. Αν κάποιος προσπαθούσε να με πλησιάσει χωρίς να το θέλω, κινδύνευε να χάσει τη ζωή του.

Ένα τεράστιο ξύλο, τριγυρισμένο με μεγάλα αγκάθια ήταν ο μόνιμος σύντροφός μου. Όποιος τολμούσε να με ρωτήσει κάτι, τον χτυπούσα με αυτό κατακούτελα.

Ένα πρωί, βαδίζοντας γρήγορα πάνω σε μια απότομη βουνοπλαγιά, και διασχίζοντας ένα κακοτράχαλο και δύσβατο μονοπάτι, σκόνταψα σε μία πέτρα. Τότε, γλίστρησα, κι άρχισα να κουτρουβαλώ προς τα κάτω, κραυγάζοντας από τον φόβο και τον πόνο. Πέφτοντας, σκεφτόμουν ότι δεν έχω από που να πιαστώ, άρα, έρχεται το τέλος μου. Ας είναι λοιπόν έτσι, <<ας πεθάνω>> είπα, κι αφέθηκα στο κενό…

Καταρρακτώδης βροχή χτυπούσε ανελέητα το πονεμένο μου σώμα, και το στόμα μου ήταν γεμάτο λάσπη όταν άρχισα να συνέρχομαι μετά την πτώση μου από τη βουνοπλαγιά. Είχα προσγειωθεί πάνω σε ένα σωρό από χώματα και πρασινάδες, κι ήμουν ζωντανή…

Όπως ήμουν πεσμένη στο χώμα, το μόνο που σκεφτόμουν ήταν, << γιατί δεν πέθανα, και δεν ήρθε το τέλος μου για να ησυχάσω από την αγωνία; >> Κι έμεινα εκεί, άπραγη μες τη βροχή κλαίγοντας, ουρλιάζοντας και φωνάζοντας ώρες ολόκληρες << γιατί!!! >>

Και τότε, έτσι απλά, άρχισα να θυμάμαι. Ήξερα ποια είμαι, από που έρχομαι και ποιος ο σκοπός της ύπαρξής μου.

Ξαφνικά, πολλές εικόνες ξεχύνονται στο μυαλό μου. Όπως το ποτάμι που πλημμυρίζει και δεν έχει σταματημό. Εικόνες ανακατεμένες μεταξύ τους. Γρήγορα όμως αρχίζουν να ξεκαθαρίζουν, και βλέπω τον εαυτόν μου να κάθεται σε μια καρέκλα. Στα χέρια μου κρατώ ένα μεταλλικό χτένι και χτενίζω ένα τετράχρονο κοριτσάκι. Τη χτενίζω, και νιώθω την αίσθηση που αφήνουν τα απαλά κατακόκκινα μακριά μαλλιά της.

Είναι η Ελβίρα, κι είναι η πολυαγαπημένη μου κόρη. Καθώς τη χτενίζω αρχίζω να της τραγουδώ ένα παιδικό τραγούδι που της αρέσει. Τότε η Ελβίρα σηκώνει το πρόσωπό της προς τα πάνω, με κοιτάζει και μου χαμογελά. Τα μάτια της είναι καταπράσινα σαν την αβεντουρίνη. Πόσο την αγαπώ! Το ίδιο κι αυτή. Με λατρεύει!

Κάποια στιγμή, τελειώνω το χτένισμα, αφήνω το χτένι δίπλα σε ένα πήλινο ποτήρι και βάζω δύο πιάτα επάνω στο μικρό πέτρινο τραπέζι. Ύστερα, παίρνω το ψωμί κι αρχίζω να το κόβω. Δεν προλαβαίνω να το κόψω κι ένας εκκωφαντικός θόρυβος ακούγεται. Η ξύλινη πόρτα της κουζίνας πέφτει με δύναμη κάτω, κομματιασμένη, κι άνθρωποι ορμούν μέσα στην κουζίνα κρατώντας στα χέρια τους ξύλα.

Δεν προλαβαίνω να κάνω τίποτα! Δεν μπορώ να τη σώσω!

Μας αρπάζουν και τις δυο, μας δένουν, και μας πετούν επάνω σε ένα βουνό από ξύλα. Βάζουν φωτιά στα ξύλα κι αρχίζουν να φωνάζουν: << Να καείτε μάγισσες!!! Να καείτε!!! Να πάτε στην κόλαση!!! Εκεί ανήκετε!!! Να καείτε!!! Να καείτε!!! >>

Πυκνοί καπνοί μας κυκλώνουν και καταλαβαίνω ότι καιγόμαστε ζωντανές. Μας έχουν δεμένες μαζί, πρόσωπο με πρόσωπο, και με τα χέρια μας σταυρωμένα στο στήθος. Η Ελβίρα μου κλαίει, και με παρακαλεί να τη σώσω από τη φωτιά. Τα πόδια μου αρχίζουν να καίγονται. Η φωτιά σε λίγο θ’ αγγίξει την Ελβίρα μου. Κάτι πρέπει να κάνω, να μην υποφέρει, να φύγει γρήγορα.

Τότε, συνειδητοποιώ ότι ακόμα κρατώ σφιχτά το μαχαίρι που έκοβα ψωμί, στο αριστερό μου χέρι. Πρέπει να βιαστώ γιατί η φωτιά πλησιάζει την Ελβίρα μου.

Τη φιλώ στο μάγουλο κλαίγοντας, και της λέω, <<συγχώρεσέ με Ελβίρα μου συγχώρεσέ με >> και μετά, καρφώνω με δύναμη το μαχαίρι στην καρδιά του παιδιού μου. Η Ελβίρα δεν αντέδρασε καθόλου. Δεν έβγαλε μιλιά από το στόμα της. Κοιτώντας το πρόσωπό μου, με ορθάνοιχτα τα καταπράσινα μάτια της, ξεψύχησε στην αγκαλιά μου. Ύστερα, άρχισα να ουρλιάζω σαν το άγριο ζώο…

Δεν κάρφωσα το μαχαίρι σε μένα. Ήθελα να καώ ζωντανή, να υποφέρω, να πονέσω, να τιμωρηθώ για το θάνατο που αναγκάστηκα να προκάλεσω στο παιδί μου.

Λίγο πριν ξεψυχήσω, προσέφερα στην κόλαση με τη θέλησή μου, την ψυχή μου, με αντάλλαγμα όσα χρόνια κι όσες ζωές χρειαστούν να περάσουν, εγώ, να έχω τη δυνατότητα να εκδικηθώ για το θάνατο του παιδιού μου.

Είμαι η Δηλητήριο κι έρχομαι κατευθείαν από την κόλαση. Ο σκοπός της ύπαρξής μου είναι να τιμωρήσω, να πονέσω, να κάνω κακό, και να σκορπίσω τον φόβο, τον τρόμο, και τον θάνατο, σε κάποιους ανθρώπους.

Προσπάθησα να πάρω εκδίκηση για το θάνατο της κόρης μου. Όμως, δεν άντεξα να καρφώσω το μαχαίρι σ’ ένα κατάξανθο αγόρι, με αθώα κατάμαυρα μάτια. Έφυγα τρέχοντας από το δωμάτιο του αγοριού, κρατώντας τη λεπίδα του κοφτερού μαχαιριού σφιχτά στο χέρι μου. Έτσι, βρέθηκα να παραπατώ με ένα μαχαίρι στο αριστερό μου χέρι, σε μια άγνωστη πόλη χωρίς να θυμάμαι τίποτα.

Τώρα, η βροχή έχει σταματήσει. Σηκώνομαι από το λασπωμένο έδαφος και περπατώ γρήγορα προς τα κάτω, προς το σπίτι μου, την κόλαση. Εδώ πάνω πλέον, δεν έχω και δε μπορώ να κάνω κάτι άλλο.

Φτάνοντας στην πρώτη πύλη της κολάσεως, φώναξα δυνατά το όνομά μου για ν’ ανοίξει και να μπω μέσα. Όμως η πύλη δεν άνοιξε. Ξαναφώναξα το όνομά μου αλλά και πάλι δεν άνοιξε. Ύστερα, έμεινα έξω από την πύλη αρκετές ώρες, περιμένοντας να μου ανοίξουν. Στο τέλος, κατάκοπη από τις φωνές και την κούραση, έκατσα κάτω στο έδαφός ταλαιπωρημένη, και με την απορία ζωγραφισμένη στα μάτια μου.

Απότομα, χωρίς να το καταλάβω κάποιος με κλώτσησε στην πλάτη. Μου είπε με θυμωμένα λόγια να εξαφανιστώ από την κόλαση, γιατί ήμουν πρόσωπο ανεπιθύμητο. Άρχισε κιόλας να φωνάζει με δυνατή αλλόκοτη φωνή. <<Φύγε από την κόλαση! Δεν είσαι δική μας πλέον! Ανήκεις σ’αυτούς! Φύγε τώρα! >> Και χωρίς να προλάβω να ρωτήσω το πως και το γιατί, με άρπαξε από τα μαλλιά, με στριφογύρισε δυνατά σαν τη σβούρα, και με εκσφενδόνισε ψηλά, πάρα πολύ ψηλά στον ουρανό.

Τότε, βρέθηκα να περπατώ μονάχη, σε έναν τόπο που δε γνώριζα. Βρισκόμουν σε σύγχυση. Ήμουν μόνη, στη μέση μιας ηλιόλουστης καταπράσινης κοιλάδας. Ένοιωθα σαν το μικρό παιδί που μόλις έχει αρχίσει να περπατά, και δυσκολεύεται πολύ να πατήσει σταθερά τα πόδια του στο έδαφος. Όμως, συνέχισα την πορεία μου μην έχοντας άλλο τίποτα να κάνω.

Βαδίζοντας συνέχεια, έφτασα στην άκρη μιας λίμνης. Εκεί, μη μπορώντας να περπατήσω άλλο, ξάπλωσα στην όχθη, κάτω από τις πανέμορφες ανθισμένες κερασιές, που έμοιαζαν με νεαρές κοπέλες, έτοιμες να στήσουν το χορό δίπλα στη λίμνη.

Αμέσως, αποκοιμήθηκα. Δεν γνωρίζω πόση ώρα κοιμόμουν. Όταν ξύπνησα ένοιωθα πάρα πολύ καλά. Ήταν σαν να είχα ξαναγεννηθεί. Σηκώθηκα όρθια, κοίταξα μπροστά μου την ήρεμη και γαλήνια λίμνη κι αποφάσισα να συνεχίσω το περπάτημα.

Ξαφνικά, άκουσα μία μελωδική φωνή από τα δεξιά μου και έστρεψα το πρόσωπό μου να δω ποιος είναι. << Καλώς ήρθες! Έλα, σε περιμέναμε! Κοιμάσαι μια εβδομάδα! Τώρα θα αισθάνεσαι πολύ καλύτερα! Μην τρομάζεις, έτσι είναι η περίοδος της προσαρμογής! Χρειάζεσαι ύπνο και ξεκούραση! >> είπε η νεαρή πανέμορφη γυναίκα, με τα μακριά γαλάζια μαλλιά και τα πράσινα μάτια που στεκόταν στα δεξιά μου. << Μη φοβάσαι, δε γνωρίζεις που είσαι και το κατανοώ. Έτσι αισθάνονται όλοι όσοι έρχονται εδώ την πρώτη φορά. Βρίσκεσαι στον πραγματικό Παράδεισο του Φωτός. Εγώ είμαι εδώ για να σε βοηθήσω να προσαρμοστείς. Με λένε Γαλάζια >> ξαναείπε η νεαρή γυναίκα.

Εγώ ήμουν σαστισμένη. Δεν ήξερα τι να πω. << Χρειάζομαι βοήθεια για να μάθω να ζω στον Παράδεισο; >> ρώτησα. Η Γαλάζια με πλησίασε και μου είπε: << Ναι. Χρειάζεσαι περισσότερο βοήθεια από ότι νομίζεις. Είναι πολύ πιο εύκολο να ζεις στην κόλαση. Εκεί δεν υπάρχουν κανόνες, δεν υπάρχουν όρια >>. << Δηλαδή αν δεν τηρήσω τους κανόνες σας θα τιμωρηθώ; >> Η Γαλάζια χαμογέλασε και μου είπε:

<< Στον πραγματικό Παράδεισο του Φωτός, δεν υπάρχει τιμωρία. Υπάρχουν όμως επιλογές >>. << Τι εννοείς επιλογές; >> ρώτησα. << Υπάρχουν επιλογές στα πάντα εδώ. Εσύ η ίδια θα δημιουργήσεις την πραγματικότητα που επιθυμείς να ζήσεις, από εδώ και στο εξής. Ότι επιλέγεις γίνεται πραγματικότητα. Με μια διαφορά όμως. Δεν μπορείς να δημιουργήσεις κακό. Αυτό μόνο ο Θεός το επιτρέπει να γίνει >>. << Δηλαδή, θες να πεις ότι μπορώ να έχω οτιδήποτε σκεφτώ; >> ρώτησα και πάλι. << Ναι, ακριβώς έτσι >> ήταν η απάντηση της.

<< Θέλω να γυρίσω πίσω στον χρόνο, τότε που ήμουν έγκυος στην κόρη μου>>.

<< Δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα. Χρειάζεται χρόνος και εξάσκηση για να μπορέσεις να δημιουργήσεις τη δική σου πραγματικότητα. Πρέπει να ξεκαθαρίσεις μέσα σου τους δικούς σου φόβους, τους δικούς σου δαίμονες. Εγώ γι’αυτό είμαι εδώ. Για να σε καθοδηγήσω, και να σε βοηθήσω να μάθεις τον τρόπο να το κάνεις. Έλα, κλείσε τα μάτια σου και μη σκέφτεσαι τίποτα. Αρχίζουμε την εξάσκηση >> είπε η Γαλάζια.

Τότε, εγώ έκλεισα τα μάτια μου, σκεπτόμενη με χαρά, ότι τα μάτια της Γαλάζιας ήταν ολόϊδια με τα μάτια της αγαπημένης μου Ελβίρας.

( Αφιερωμένο στην Ίσκα μου )