Χρυσάνθη

Κοντεύει πέντε το πρωί, κι η γυναίκα τραβά την κουρτίνα του παραθύρου κοιτάζοντας έξω στο δρόμο. << Μάλλον δε θα χιονίσει >> σκέφτεται. Ύστερα, σέρνει απότομα την κουρτίνα πίσω στη θέση της κι ετοιμάζεται να βγει έξω. Είναι ασυνήθιστα ψηλή για γυναίκα. Λεπτοκαμωμένη, με κάτασπρα κοντά μαλλιά, και κατάμαυρα μάτια σαν το κάρβουνο. Το πρόσωπό της είναι όλο ρυτίδες από τις ταλαιπωρίες και τα γηρατειά. Αυτή η γυναίκα είναι η Χρυσάνθη κι είναι ογδόντα δύο χρονών.

Τώρα, η Χρυσάνθη κοιτάζει γύρω της, να δει που είναι η μικροσκοπική σκυλίτσα της. <<Λίζα μου που είσαι; Σε λίγο φεύγουμε >>. Η Λίζα, ακούγοντάς την τρέχει κοντά της γαβγίζοντας χαρούμενα. Δυστυχώς, δε μπορεί να κουνήσει την ουρά της, γιατί κάποιος ασυνείδητος της την έχει κόψει. Η Χρυσάνθη την είχε βρει μισοπεθαμένη στον κάδο σκουπιδιών και την έσωσε. Τότε, τη λυπήθηκε και την κράτησε. Η Λίζα είναι περίπου δυο ετών και την λατρεύει. Το ίδιο κι η Χρυσάνθη.

Μετά, ντύνεται με ένα καφέ φαρδύ παντελόνι, κι από πάνω βάζει μια τεράστια σκούρα πορτοκαλί μπλούζα γεμάτη μικρές τρύπες. Τόσες, που από μακριά η μπλούζα φαίνεται σαν να είναι κεντημένη. Έπειτα, τραβώντας τις χοντρές κάλτσες της προς τα πάνω, γρήγορα βυθίζει τα πόδια της μέσα στις γαλότσες της. Οι γαλότσες της, μοιάζουν με αυτές των ψαράδων που δουλεύουν στην ψαραγορά, κι είναι σχεδόν δυο νούμερα πιο μεγάλες. Ύστερα, χώνει το κεφάλι της μέσα σ’ ένα μαύρο σκούφο που φτάνει μέχρι τα μάτια της. Στο τέλος, φορά το χιλιομπαλωμένο μακρύ πανωφόρι του πατέρα της, και περνά χιαστί στον ώμο της μια μεγάλη ξεφτισμένη πράσινη πάνινη τσάντα, βάζοντας μέσα τα προσωπικά της αντικείμενα κι ένα μπουκάλι νερό.

Παίρνει από το τραπέζι το πολύτιμο γκρίζο πουγκί της, το σταυρώνει, το ακουμπά για λίγα δευτερόλεπτα στα χείλη της, και το κρεμάει στο λαιμό της. Μετά, βάζει το πουγκί στον κόρφο της.

Κατόπιν, δακρυσμένη, κρατώντας στο αριστερό της χέρι το μαύρο μπαστούνι της, τραβά απαλά τη Λίζα από το λουρί της, και βγαίνει στην μακρόστενη πλακόστρωτη αυλή του μικρού σπιτιού. Προχωρώντας προς την εξωτερική καγκελόπορτα, κόβει ένα μπουκέτο ρίγανη και λεμονοθύμαρο από τη μεγάλη γλάστρα που είναι κάτω από μια ομπρέλα θαλάσσης, και το βάζει στην τσέπη του παλτού της. Ύστερα, κι οι δυο μαζί, βγαίνουν στο δρόμο, και χάνονται μέσα στη νύχτα.

Η Χρυσάνθη βαδίζει πολύ γρήγορα για την ηλικία της, χωρίς να στηρίζεται στο μπαστούνι της. Αν δε βλέπεις το πρόσωπό της νομίζεις ότι είναι ένας ψηλός νεαρός άνδρας που βιάζεται να φτάσει στον προορισμό του. Μετά από τρία τετράγωνα περπάτημα σταματά μπροστά σε έναν κάδο σκουπιδιών. Τον ανοίγει προσεχτικά, αφού πρώτα με το μπαστούνι της διώχνει έναν αρουραίο, κι αρχίζει να ψάχνει, να ανακατεύει, να σκαλίζει, και να σκίζει τις σακούλες των σκουπιδιών, με τη βοήθεια του μπαστουνιού της.

Κάποια στιγμή, βρίσκει ένα μικρό υφασμάτινο φωτιστικό. Το παίρνει στα χέρια της, βλέπει ότι είναι σε καλή κατάσταση και το τοποθετεί μέσα στην τσάντα της. Μόλις τελειώνει το ψάξιμο, αμέσως συνεχίζει στον επόμενο κάδο. Και μετά στον επόμενο, και στον επόμενο, μέχρι τις εφτά και μισή το πρωί. Τότε, φορτωμένη με την πραμάτεια της, στηριζόμενη στο μπαστούνι της, τραβώντας τη Λίζα, επιστρέφει στο σπίτι της, μυρίζοντας συνέχεια το λεμονοθύμαρο και τη ρίγανη που είχε στη τσέπη του παλτού της.

Ήταν δέκα χρονών κοριτσάκι, όταν ένα μεσημέρι, γυρνώντας από το σχολείο, βρήκε την καγκελόπορτα του πατρικού της σπιτιού ανοιχτή. Άγνωστοι άνθρωποι στέκονταν όρθιοι στη μέση της αυλής, κι η γιαγιά της μάνας της καθισμένη σε μια καρέκλα, χτυπούσε με τα δυο χέρια το κεφάλι της. Έκλαιγε γοερά λέγοντας συνέχεια << γιατί Θεέ μου, πες μου, γιατί; >> Μια έκρηξη στο εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας της πόλης, άφησε πίσω της οχτώ νεκρούς εργάτες. Εργατικό ατύχημα από ανθρώπινο λάθος είπαν. Ανάμεσα στους νεκρούς κι οι δυο γονείς της Χρυσάνθης.

Έδωσαν λίγα ψίχουλα χρηματικής αποζημίωσης στη γιαγιά της Χρυσάνθης, γιατί δεν υπήρχαν άλλοι συγγενείς, μερικά δώρα στη Χρυσάνθη, και μετά… τίποτα. Έξι μήνες αργότερα, πεθαίνει κι η γιαγιά της από τη μεγάλη θλίψη της. Έτσι, η μικρή Χρυσάνθη, σαν το νεαρό κλαράκι που λυγίζει στον δυνατό άνεμο, παίρνει τον δρόμο για το ορφανοτροφείο. Η ζωή στο ορφανοτροφείο για ένα δεκάχρονο κοριτσάκι, είναι κόλαση. Ένα χρόνο μετά, με την ανοχή του ορφανοτροφείου, όταν έγινε έντεκα χρονών, προσλαμβάνεται υπηρέτρια στο σπίτι γνωστού μεγαλοδικηγόρου της πόλης. Όμως κι εκεί η ζωή της είναι δύσκολη. Πλύσιμο σιδέρωμα, σκούπισμα σφουγγάρισμα, κέντημα και πλέξιμο για την προίκα της μοναχοκόρης του σπιτιού, μαγείρεμα. Έτσι ήταν η ζωή της μέχρι την ενηλικίωσή της.

Όταν έκλεισε τα δεκαοχτώ, της είπαν ότι είναι καιρός να παντρευτεί, ν’ ανοίξει το δικό της σπίτι. Κι αφού μισθό δεν είχε ποτέ πάρει στα χέρια της, τ’ αφεντικά της καθότι ήταν άνθρωποι φιλεύσπλαχνοι και θεοσεβούμενοι, φρόντισαν να την παντρέψουν χωρίς τη θέλησή της, με τον Αποστόλη. Δίνοντάς της για προίκα ένα ευτελές χρηματικό ποσό. Τουλάχιστον, με αυτά τα χρήματα κατάφερε να επισκευάσει το εγκαταλελειμμένο σπίτι των γονιών της, ώστε να μείνει μετά τον γάμο της.

Ο Αποστόλης, δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερος από τη Χρυσάνθη, ήταν γαλατάς, και όταν τον πλησίαζες μύριζε κρασί. Ήταν ένα κεφάλι πιο κοντός από αυτήν, τη ζήλευε πολύ, και μονίμως παραπατούσε και τρέκλιζε από το πιοτό. Μετά το γάμο, η Χρυσάνθη κατάλαβε ότι ο άνδρας της ήταν αλκοολικός. Η ζωή της ήταν ένα βάσανο, ένα μαρτύριο. Το ξύλο από τον Αποστόλη, ήταν για τη Χρυσάνθη μια καθημερινή ρουτίνα. Το σώμα της ήταν παντού μελανιασμένο. Στο πρόσωπο δεν τη χτυπούσε, γιατί όπως έλεγε, όταν έβγαζε τη ζωστήρα και την κυνηγούσε μέσα στο σπίτι για να την δείρει, << τις ξετσίποτες δεν τις χτυπάνε στο πρόσωπο γιατί είναι γυναίκες. Τις γυναίκες τις σεβόμαστε. Μόνο στο σώμα τις χτυπάμε, για να μαθαίνουν, και να στρώνουν >>.

Πάλεψε πολύ η Χρυσάνθη για να ελευθερωθεί από τον Αποστόλη. Δίπλα της η Αρετή, μια δεκαπεντάχρονη γειτονοπούλα φίλη της κι η οικογένειά της. Οι γονείς της Αρετής ήταν που ορκίστηκαν στο δικαστήριο, κι έτσι, η Χρυσάνθη, κατάφερε κι έδιωξε τον Αποστόλη από το σπίτι της. Όμως αυτός, αρνήθηκε να της δώσει το διαζύγιο.

Όταν έφυγε ο Αποστόλης, η Χρυσάνθη έπιασε δουλειά σε μια βιοτεχνία ρούχων, και τα πράγματα άρχισαν να καλυτερεύουν. Αισθανόταν πιο σίγουρη για τον εαυτόν της. Τέσσερις μήνες μετά, η Χρυσάνθη κατάλαβε ότι ήταν έγκυος. Τότε ήταν, που η ζωή της πήρε νόημα. Άλλαξε όλη η ψυχολογία της. Ένοιωσε ευλογημένη από το Θεό. Το δικό της παιδί δε θα μεγάλωνε σε ορφανοτροφείο. Ανήμερα τα Χριστούγεννα γεννήθηκε ο μονάκριβος γιος της, ο Πέτρος της. Πέτρο έλεγαν τον αδικοχαμένο πατέρα της. Η Αρετή, έγινε η νονά του γιου της και η παραμάνα του, όταν η Χρυσάνθη έλειπε στη δουλειά της.

Η Χρυσάνθη, ζούσε την απόλυτη ευτυχία μαζί με τον γιο της. Δουλειά σπίτι, σπίτι δουλειά, και φροντίδα του πολυαγαπημένου της παιδιού. Έτσι περνούσε ο καιρός, ώσπου ο Πέτρος έγινε δυο χρονών.Ήταν Ιούλιος μήνας, όταν ένα απόγευμα είχε βγει έξω στη αυλή μαζί με την Αρετή, και πότιζε τα λουλούδια. Δίπλα τους ο μικρός Πέτρος τριγυρνούσε και μύριζε τα λουλούδια, προσπαθώντας να κόψει ένα κλωναράκι ρίγανη, λέγοντας συνέχεια χαρούμενος, << μαμά, μαμά, Ρετή, αχαα!!! οίτα!!! >>

Καμία τους δεν τον είδε όταν άνοιξε την καγκελόπορτα και μπήκε στην αυλή. Ο Αποστόλης παραπατώντας, άρπαξε τον Πέτρο, τον σήκωσε ψηλά τραυλίζοντας με δυνατή φωνή, << μωρή πόρνη είναι δικός μου τούτος, ή είναι μούλικο; >> Τότε η Χρυσάνθη, τρομοκρατημένη, πέταξε κάτω το λάστιχο και προσπάθησε να του πάρει από τα χέρια τον Πέτρο. Το παιδάκι φοβισμένο επειδή ένας άγνωστος τον κρατούσε σφιχτά και τον πονούσε, τσίριζε κι έκλαιγε φωνάζοντας τη μάνα του. Ταυτόχρονα η Αρετή έτρεξε απέναντι στο σπίτι της να φωνάξει τον πατέρα της για βοήθεια.

Όλα έγιναν ξαφνικά, αστραπιαία, αναπάντεχα. Ο Αποστόλης λιώμα στο μεθύσι με το ένα χέρι κρατά τον γιο του και με το άλλο βγάζει έναν σουγιά από την τσέπη του κι απειλεί ότι θα τρυπήσει το παιδί του. Η Χρυσάνθη σε αλλοφροσύνη, πανικοβλημένη, χωρίς να υπολογίσει τη κοφτερή λεπίδα, όρμα, του παίρνει τον Πέτρο, και τρέχει στο εσωτερικό του σπιτιού. Αμέσως, τον κλειδώνει στο δωμάτιο του. Ο Αποστόλης την ακολουθεί μέσα στο σπίτι βρίζοντάς την. Προσπαθεί να την πιάσει, για να τη χαρακώσει. Ο Πέτρος ουρλιάζοντας <<μαμάααααα >> κλωτσάει την πόρτα προσπαθώντας να την ανοίξει. Πάλεψαν πολύ κι οι δυο τους. Όμως, εκεί που ο Αποστόλης προσπαθούσε με τη λεπίδα να της χαράξει το πρόσωπο, η Χρυσάνθη, επειδή ήταν ψηλότερη από αυτόν κατάφερε να του αρπάξει το χέρι και να το στρέψει στο λαιμό του.

Η λεπίδα, έκοψε το λαιμό του. Αυτό ήταν… Ο Αποστόλης έπεσε στο πάτωμα της κουζίνας, κι εκεί, ξεψύχησε… Όταν έφτασε τρέχοντας η Αρετή με τον πατέρα της, ήταν πολύ αργά. Το μόνο που έκανε, ήταν να πάρει τον Πέτρο αγκαλιά, να τον ηρεμήσει κάπως, και πολύ προσεχτικά χωρίς να δει κάτι, να τον βγάλει έξω και να τον πάρει στο σπίτι της.

Ω!!! Μοίρα σκληρή και ζηλόφθονη, που περιγελάς τους ανθρώπους, και τους αρνείσαι την ευτυχία… Λίγο ας τους άφηνες να χαρούν… Λίγο να χαμογελάσουν… Γιατί… Γιατί…

<<Ένοχη!!! >> φώναξε ο εισαγγελέας, χωρίς ελαφρυντικά. Που ακούστηκε έγραψαν οι εφημερίδες, ένας πατέρας να μην μπορεί να πάρει αγκαλιά το γιο του. Η ποινή μεγάλη. Είκοσι πέντε χρόνια. Η Χρυσάνθη με σκυμμένο το κεφάλι δεν απάντησε σε καμία ερώτηση. Ούτε καν προσπάθησε να ελαφρύνει τη θέση της. Σκεφτόταν μόνο το γιο της και τους πεθαμένους γονείς της. Πόσο της έλειπαν όλοι τους! Πόσο τους ήθελε αυτή τη στιγμή κοντά της! Στο δρόμο για τις φυλακές το μυαλό της ασταμάτητα έψαχνε να βρει έναν τρόπο ώστε το παιδί της να μην κλειστεί σε ορφανοτροφείο. Γι’αυτήν δεν υπήρχε σωτηρία… Δολοφόνησε, έναν άρρωστο άνθρωπο, τον πατέρα του παιδιού της… Μέσα στην ψυχή της ήταν ένοχη… Ήταν ζωντανή νεκρή…

Η υιοθεσία έγινε γρήγορα και με συνοπτικές διαδικασίες. Η Αλίκη κι ο Σπύρος, οι γονείς της Αρετής, έγιναν οι γονείς του Πέτρου. Η Αρετή πλέον, ήταν αδερφή και νονά του. Η Χρυσάνθη για τον Πέτρο, ήταν μια μακρινή εξαδέλφη της μητέρας του. Μια γυναίκα άκληρη, που ζούσε κάπου στην επαρχία.

Πέντε χρόνια μετά, ο Σπύρος, που ήταν ταχυδρόμος στο επάγγελμα, πήρε μετάθεση, κι οικογενειακώς μετακόμισαν στην Αθήνα. Η Αρετή δεν πήγε μαζί τους, γιατί παντρεύτηκε τον Νίκο έναν Κερκυραίο δάσκαλο, και γέννησε δίδυμα. Δυο πανέμορφα κοριτσάκια.

Δέκα χρόνια αργότερα, το Ελληνικό κράτος έδωσε χάρη σε αρκετούς κρατούμενους, εξαιτίας πολιτικών σκοπιμοτήτων. Ανάμεσα σε αυτούς τους κρατούμενους ήταν και η Χρυσάνθη.

Έτσι, ένα πρωί του Οκτώβρη, στα τριάντα της χρόνια η Χρυσάνθη με τρεμάμενα χέρια άνοιξε την καγκελόπορτα του σπιτιού της και στάθηκε στη μέση της αυλής. Κανέναν δεν αναζήτησε, και κανείς δεν την αναζήτησε. Ήταν μονάχη της. Δεν είχε πει τίποτα στην Αρετή. Η Χρυσάνθη δεν ήθελε να φύγει από τη φυλακή. Φεύγοντας, είχε πάρει την απόφασή της. Μπήκε για λίγο στο σπίτι, πήγε στο δωμάτιο του γιου της, και μετά κοιτάχτηκε στον καθρέφτη του μπάνιου. Είδε μια γυναίκα πανύψηλη, πολύ αδύνατη, με ακαταμέτρητη θλίψη στο πρόσωπο, με κατάλευκα μαλλιά, και δυο πολύ βαθιές ρυτίδες ανάμεσα στα μάτια. Έμοιαζε με γυναίκα σαράντα πέντε χρονών. Ύστερα, πήγε στην κουζίνα, και κοίταξε το μέρος που είχε αφήσει την τελευταία του πνοή ο Αποστολής από το δικό της χέρι. Όλα ήταν πεντακάθαρα και ταχτοποιημένα. Η Χρυσάνθη άρχισε να αισθάνεται ένα ρίγος στην πλάτη. Αμέσως, κλείδωσε το σπίτι και βγήκε στο δρόμο.

Βάδιζε αργά, με το κεφάλι σκυφτό, και τα μάτια της καρφωμένα κάτω στην άσφαλτο. Ούτε και που κατάλαβε πως άρχισε να νυχτώνει. Περπατώντας ασταμάτητα είχε φτάσει έξω από την πόλη. Σε λίγο, προχωρώντας, αντίκρισε μια μικρή έρημη πλατεία. Παραδίπλα της, κάτω από μια νεραντζιά, ήταν αραδιασμένες πολλές σακούλες σκουπιδιών. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν κάδοι σκουπιδιών. Η Χρυσάνθη κρύφτηκε κάτω από το δέντρο κι άρχισε να σκίζει τις σακούλες και να ψάχνει τα σκουπίδια. Έψαχνε κάτι κοφτερό για να τελειώσει τη δουλεία της γρήγορα. Ανακατεύοντας τα σκουπίδια βρήκε μπουκάλια σπασμένα, και μερικά κομμάτια κεραμίδια.

Προσεχτικά διάλεξε ένα κομμάτι γυαλί που της έκανε, και χάραξε τους καρπούς των χεριών της λέγοντας ψιθυριστά, <<συγχώρα με γιε μου… συγχώρα με Θεέ μου…>> Ύστερα, όπως ήταν καθισμένη κάτω από τη νεραντζιά, σύρθηκε δίπλα στα σκουπίδια και ξάπλωσε επάνω στις σακούλες, περιμένοντας το τέλος της ανακουφισμένη. Είχε νυχτώσει για τα καλά όταν άρχισε να ζαλίζεται και να χάνει τις αισθήσεις της. Λίγο πριν λιποθυμήσει, το μόνο που σκέφτηκε για δευτερόλεπτα ήταν το παιδί της.

Όμως, όπως ήταν λιπόθυμη, έγινε κάτι παράξενο και μυστήριο. Η Χρυσάνθη άνοιξε τα μάτια της, και φάνηκε να συνέρχεται από το λήθαργο. Τότε, άκουσε μια φωνή να της μιλά ήρεμα, γαλήνια, και να της λέει: << Χρυσάνθη όχι! Μην το κάνεις! Η ζωή είναι δώρο! Ψάξε στα σκουπίδια και βγάλε με από εκεί! Χρυσάνθη θα σε βοηθήσω να ζήσεις! Θα σε βοηθήσω να εξιλεωθείς! Υπάρχουν άνθρωποι που σε χρειάζονται. Εσύ, που έχεις πονέσει τόσο, μπορείς να τους βοηθήσεις, να τους προστατεύσεις , να τους ανακουφίσεις. Χρυσάνθη μην το κάνεις! Ψάξε στα σκουπίδια! Εκεί θα με βρεις! Ψάξε Χρυσάνθη! Θα λυτρωθείς! >>

Απότομα η Χρυσάνθη συνήλθε από το λήθαργο που είχε πέσει, και με ματωμένα χέρια άρχισε να σκαλίζει και να ανακατεύει τα σκουπίδια. Ανάμεσα στα σπασμένα κεραμίδια βρήκε ένα κεραμίδι άθικτο που επάνω του ήταν ζωγραφισμένη η εικόνα της Παναγίας και του μονάκριβου γιου της. Τότε, άρχισε να κλαίει με δυνατούς λυγμούς. Αμέσως, έψαξε στα σκουπίδια και βρήκε κουρέλια, και έδεσε τα χέρια της. Ύστερα, με την εικόνα της Παναγίας αγκαλιά, πήγε όσο μπορούσε πιο γρήγορα στο νοσοκομείο.

Ένα χρόνο μετά, η Χρυσάνθη, με τη βοήθεια της Αρετής πούλησε το σπίτι της, και έβαλε τα χρήματα σε έναν λογαριασμό, στο όνομα του Πέτρου και των θετών γονιών του. Η ίδια, νοίκιασε μια μικρή μονοκατοικία που είχε στενή αυλή στο μπροστινό μέρος, και με τη βοήθεια και τις γνωριμίες του Νίκου, βρήκε μόνιμη δουλειά σαν τραπεζοκόμος στο άσυλο ανιάτων της πόλης. Μόλις η Χρυσάνθη άρχισε να εργάζεται στο άσυλο ανιάτων, ήρθε η πολυπόθητη μετάθεση του Νίκου για την Κέρκυρα. Έτσι, η οικογένεια της Αρετής μετακόμισε στην Κέρκυρα.

Λίγο πριν φύγει η Αρετή, της έδωσε τρεις φωτογραφίες του Πέτρου, από τα δωδέκατα γενέθλιά του. Της είπε όμως ότι αυτή ήταν κι η τελευταία φόρα που συναντιόντουσαν. Έπρεπε αυτό να γίνει για το καλό του Πέτρου. Πικράθηκε η Χρυσάνθη. Έσκυψε το κεφάλι και σώπασε. Όταν έφυγε η Αρετή, η Χρυσάνθη έκλαψε πολύ. Τώρα πλέον ποτέ δε θα μάθαινε για τον μονάκριβο Πέτρο της. Τις φωτογραφίες που της έδωσε η Αρετή, μαζί με τη μοναδική φωτογραφία που είχε του γιου της απ’ όταν ήταν ενός έτους, μαζί με μια μικρούλα στρογγυλή εικονίτσα της Παναγίας που είχε από τη μάνα της, τα έβαλε μέσα σε ένα γκρίζο πουγκί. Ύστερα, το κρέμασε στο λαιμό της κατάστηθα, να ακουμπά στον κόρφο της. Μόνο όταν έκανε μπάνιο, και την νύχτα που κοιμόταν, έβγαζε το πάνινο σακουλάκι από το στήθος της.

Τα επόμενα χρόνια, και μέχρι που έγινε πενήντα πέντε χρονών, η Χρυσάνθη τρεις σκοπούς είχε στη ζωή της. Να δουλεύει στο άσυλο, να προσεύχεται για την υγεία του παιδιού της, και τα Σαββατοκύριακα να ψάχνει στα σκουπίδια να βρει εικόνες της Παναγίας. Ειδικά το τελευταίο της είχε γίνει σχεδόν εμμονή. Παντού το σπίτι της ήταν γεμάτο από εικόνες της Παναγίας κι όλες ήταν μαζεμένες από τα σκουπίδια. Εικόνες της Παναγίας που κάποιοι δεν τις ήθελαν, και τις πέταξαν στα σκουπίδια.

Ήταν τέλη Μαΐου, ημέρα Παρασκευή, γύρω στις μια το μεσημέρι, όταν η Χρυσάνθη τελείωσε τη δουλειά της, κι έφυγε από το άσυλο. Είκοσι μέτρα, αριστερά από την πόρτα της εισόδου του ασύλου, σταμάτησε σε έναν φράχτη με καλαμωτή, κι άρχισε να μαζεύει μερικά κλωνάρια από ένα αναρριχητικό φυτό, το πανέμορφο σολάνο, το αγαπημένο της ευχόδενρο.

Η Χρυσάνθη κάθε χρόνο περίμενε ν’ ανθίσει το ευχόδεντρό της για να κόψει κλωνάρια και να στολίσει το σπίτι της. Το ευχόδεντρό της είχε μικρά μωβ λουλούδια. Στο κέντρο τους είχαν μια κατακίτρινη καρδιά σαν τον λαμπερό ήλιο. Έβαζε τα λουλούδια μέσα σ’ ένα ποτήρι και τα παρατηρούσε. Φανταζόταν ότι το κάθε λουλούδι ήταν μια καλή και αγνή ευχή ενός ανθρώπου. Ίσως, κάποια ευχή και του παιδιού της… Καθόταν στη καρέκλα, κοιτούσε τα ευχολούλουδα, και προσευχόταν όλες οι ευχές, να πραγματοποιηθούν. Όταν τα λουλούδια μαραίνονταν, τα μάζευε προσεχτικά και τα έριχνε στις γλάστρες που είχε στην αυλή της, για λίπασμα. Ποτέ και καμία ευχή κανενός ανθρώπου δεν έπρεπε να πάει χαμένη. Θα ερχόταν ο χρόνος του Θεού κι η ευχή θα γινόταν πραγματικότητα.

Αφού μάζεψε αρκετά κλωνάρια από το ευχόδεντρό της άρχισε να περπατά προς το σπίτι της. Δεν έκανε πέντε βήματα κι άκουσε κάποιον να της λέει. << Κυρία, περιμένετε, σας έπεσαν αυτά. >> Γυρίζοντας προς τα πίσω, η Χρυσάνθη είδε έναν πανύψηλο νεαρό άνδρα να της χαμογελά, και να τις δίνει δυο κλωνάρια από το ευχόδεντρο που της είχαν πέσει κάτω. Η Χρυσάνθη του χαμογέλασε κι αυτή λέγοντάς του. << Α!!! σας ευχαριστώ πολύ!!! Δεν είναι πανέμορφα; >> Τότε, ο νεαρός άνδρας τη ρώτησε προς τα που είναι το άσυλο ανιάτων. Η Χρυσάνθη του έδειξε, αυτός την ευχαρίστησε, και κατευθύνθηκε προς το άσυλο. Η Χρυσάνθη έμεινε ακίνητη και τον παρατηρούσε μέχρι που άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα. Ύστερα, γύρισε, και περπάτησε προς το σπίτι της.

Την επόμενη μέρα, πηγαίνοντας στη δουλειά, η προϊσταμένη της έδωσε έναν λευκό φάκελο λέγοντάς της. << Χρυσάνθη, χτες, αμέσως μόλις έφυγες, κάποιος Πέτρος Αλεξιάδης σε έψαχνε. Όταν του είπα ότι μπορεί να έρθει αύριο να σε βρει, μου άφησε αυτόν τον φάκελο κι έφυγε. Είσαι καλά; φαίνεσαι χλωμή. Μα, εσύ κιτρίνισες. >> Η Χρυσάνθη, δευτερόλεπτα μετά, σωριάστηκε κάτω στο πάτωμα. Όταν συνήλθε, πήρε πέντε μέρες άδεια, με τη δικαιολογία ότι είχε ίωση.

Τώρα, η Χρυσάνθη καθισμένη στο κρεβάτι της, με την πλάτη να ακουμπά στον τοίχο, διαβάζει και ξαναδιαβάζει το γράμμα του παιδιού της κλαίγοντας ασταμάτητα. Κάποια στιγμή, παίρνει τη φωτογραφία που είχε μέσα ο φάκελος, τη φιλά πολλές φορές και τη βάζει μαζί με το γράμμα στο πάνινο σακουλάκι της. Την επόμενη μέρα βγάζει πάλι το γράμμα από το πουγκί και το ξαναδιαβάζει.

<< Αγαπητή Χρυσάνθη. Δε σε έχω γνωρίσει ποτέ, άλλα αισθάνομαι την υποχρέωση να σου πω ένα μεγάλο ευχαριστώ.

Τα χρήματα που είχες βάλει στο όνομά μου, οι γονείς μου τα φύλαξαν και ποτέ δεν πήραν ούτε μια δραχμή, αν και δυσκολεύτηκαν πολύ για να με σπουδάσουν. Όπως ασφαλώς θα γνωρίζεις, τελείωσα την ιατρική, και μετά το αγροτικό μου ξεκίνησα την ειδικότητά μου στη γενική χειρουργική. Τώρα όμως που χρειάστηκαν χρήματα για να πάω στην Αμερική για ειδικότητα στη νευροχειρουργική, τα χρήματά σου ήρθαν σαν μάνα εξ ουρανού.

Παρακάτω είναι η νέα διεύθυνση και το τηλέφωνο των γονιών μου. Ότι χρειαστείς από μένα και μπορώ να σε βοηθήσω, επικοινώνησε με τους γονείς μου. Αυτοί πάντα θα γνωρίζουν που μένω. Εγώ, ακόμα δε γνωρίζω ακριβή διεύθυνση στην Αμερική. Η φωτογραφία είναι από τη μέρα της ορκομωσίας μου στο πανεπιστήμιο.

Με απέραντη ευγνωμοσύνη και εκτίμηση, Πέτρος Αλεξιάδης >>.

Στη μετέπειτα ζωή της, η Χρυσάνθη αφοσιώθηκε στη δουλειά της, και στην προσφορά απέναντι στους συνανθρώπους της. Πάντα από απόσταση και ανώνυμα. Έπαιρνε πληροφορίες από την ενορία της εκκλησίας, κι αθόρυβα βοηθούσε όπου υπήρχε ανάγκη.

Όταν ήρθε η κρίση στην Ελλάδα, η Χρυσάνθη μαγείρευε όποτε μπορούσε, και μοίραζε το φαγητό σε ανθρώπους που δεν είχαν να φάνε. Πολλοί άνθρωποι γνωρίζοντας τη δράση της, της άφηναν τρόφιμα και ρουχισμό κρεμασμένα έξω από τα κάγκελα του μικρού σπιτιού της. Η Χρυσάνθη τα έπαιρνε και τα μοίραζε. Ποτέ όμως δεν σταμάτησε να ψάχνει για εικόνες της Παναγίας ανάμεσα στα σκουπίδια. Με τα χρόνια, ψάχνοντας τα σκουπίδια, έβρισκε πράγματα πολύτιμα και χρήσιμα. Αυτά τα μοίραζε σε γνωστούς, και σε ανθρώπους που είχαν ανάγκη. Από τις εικόνες που είχε βρει, ελάχιστες είχε χαρίσει.

Σήμερα είναι ογδόντα δύο χρονών, κι όταν μπορεί, ακόμα ψάχνει τους κάδους των σκουπιδιών για εικόνες της Παναγίας. Ακόμα ελπίζει, προσεύχεται, παρακαλεί τη Παναγία, πριν πεθάνει να δει τον Πέτρο της.

Άνθος χρυσό και μυρωδάτο, γρήγορα μαράθηκες…

Πόσο πολύ πόνεσες, και κάνεις δε σε αγκάλιασε, δε σε παρηγόρησε. Οι ενοχές κι οι τύψεις σε γέρασαν πρόωρα…

Άνθος χρυσό και μυρωδάτο, η μοίρα μαζί σου γέλασε χαιρέκακα…

Άνθος χρυσό και μυρωδάτο, η Παναγία για σένα, μεσολάβησε στο μοναχογιό της να σε λυτρώσει από τον πόνο και τις τύψεις…

Άνθος χρυσό και μυρωδάτο, ευλογία που σε συνάντησα…