Τα Χαρτάκια…

Ήταν άνοιξη του εξήντα τέσσερα, κι ήμουν γύρω στα πέντε, όταν τον αντίκρισα για πρώτη φορά στη ζωή μου. Στεκόταν στην πόρτα του μαγαζιού του πατέρα μου, κοιτώντας προς τα μέσα, κι έξυνε με δύναμη το κεφάλι του. Ένας άνδρας μέσης ηλικίας, χαμηλού ύψους, παχουλός, γεροδεμένος. Είχε μεγάλο κεφάλι, δυσανάλογο με το σώμα του, κοντά μαλλιά, μούσι, και μάτια καστανά που έμοιαζαν με τα χαμογελαστά μάτια ενός αθώου μικρού παιδιού. Φορούσε, ένα παλιό ξεβαμμένο φαρδύ ντρίλινο παντελόνι, που έφτανε μέχρι τους αστραγάλους των ποδιών του, κι ένα σκούρο πράσινο μακρυμάνικο πουκάμισο, με τα μανίκια κομμένα μέχρι τους αγκώνες. Τα πέλματά του ήταν κατάμαυρα σαν το κάρβουνο γιατί περπατούσε μονίμως ξυπόλητος. Στο αριστερό του χέρι κρατούσε ένα χαρτόνι και μια σακούλα με μπουκάλια. Το όνομά του ήταν Συμεών.

Το μαγαζί του πατέρα μου ήταν ένα μικρό τσαγκάρικο. Δεξιά, δίπλα από το τσαγκάρικο του πατέρα μου, σχεδόν μεσοτοιχία, το μαγειρείο του Παπακώστα. Κι αριστερά του, ένας ανοιχτός χώρος, με μια μεγάλη κάτασπρη σαν το γάλα δεξαμενή, η ασβεσταριά του Μπαλάνου. Οι γονείς μου δούλευαν κι οι δυο στο τσαγκάρικο πριν ακόμα εγώ γεννηθώ. Πολλές φορές, θυμάμαι να πηγαίνω με τη μάνα μου το πρωί στο τσαγκάρικο, και να φεύγουμε αργά το βράδυ. Για μένα το μαγειρείο του Παπακώστα ήταν σαν δεύτερο σπίτι μου. Εκεί, η μάνα μου ζέσταινε νερό για να φτιάξει το γάλα της αδερφής μου. Εκεί, πολλές φορές κοιμόμουν τα μεσημέρια σ’ ένα μικρό ράντζο στο πίσω μέρος της κουζίνας. Εκεί, αρκετές φορές, τρώγαμε το μεσημέρι και το βράδυ.

Ο πατέρας μου, είχε μεγάλη αδυναμία στον φίλο του τον Συμεών. Με τα σημερινά δεδομένα, η επιστήμη θα είχε βάλει την ταμπέλα του αυτιστικού στον Συμεών. Όμως, ο Συμεών που γνώρισα εγώ, ήταν ένας χαρισματικός κι ευαίσθητος άνθρωπος. Είχε μεγάλη αδυναμία στα παιδιά και στη θάλασσα.

Ο Συμεών, είχε τη μνήμη ενός υπολογιστή. Αν άκουγε κάποιον να διαβάζει ένα βιβλίο, το θυμόταν απ’έξω. Και όταν ήταν καλά, και αισθανόταν ασφαλής, στο επαναλάμβανε ακριβώς έτσι όπως το άκουσε. Ήξερε πολλά κομμάτια από την Αγία Γραφή, γιατί ο αδερφός του ήταν καλογερόπαπας. Όταν έμενε στο μοναστήρι και διάβαζε την Αγία Γραφή, κι ό,τι άκουγε από τις αναγνώσεις που έκαναν οι μοναχοί, τα θυμόταν και τα έλεγε αυτολεξεί. Αν τύχαινε κι άκουγε μια ομιλία ενός πολιτικού σε κάποια πλατεία, την θυμόταν απ’έξω. Έφτιαχνε απ’το μυαλό του και πολλά μικρά στιχάκια, ποιηματάκια, αν ήταν στις καλές του.

Πολλές φορές, ερχόμενος στο τσαγκάρικο, καθόταν σε μια καρέκλα κι άρχιζε να λέει ό,τι είχε αποστηθίσει απ’έξω. Όταν τέλειωνε, έλεγε στον πατέρα μου, γελώντας σαν το μικρό παιδί με δυνατή βροντερή φωνή, << τώρα, τέλειωσα Αγγελή. Πεινάω πολύ και θέλω τσιγάρο και φαΐ!!! >> Τότε, ο πατέρας μου αν και δεν κάπνιζε, πάντα φύλαγε ένα πακέτο καρέλια στην τσέπη του για τους πελάτες, του άναβε ένα τσιγάρο, του το έδινε να το καπνίσει , και του έριχνε στη χούφτα του μερικά ψιλά, ή τον έστελνε στου Παπακώστα για να φάει.

Τις μέρες που έπαιζα μαζί με τ’ άλλα παιδιά έξω στο δρόμο, κοντά στο τσαγκάρικο, και τύχαινε να περνά από κει ο Συμεών, ερχόταν κοντά μας κι άρχιζε τα στιχάκια. Τότε, όλα τα παιδιά τον ακούγαμε κι όταν τέλειωνε τον χειροκροτούσαμε φωνάζοντας όλοι μαζί ρυθμικά, Ζήτω!!! Συμεών!!! Ζήτω!!! Συμεών!!! Ζήτω Συμεών!!! Μου είχε κάνει εντύπωση, ότι ενώ τους μεγάλους τους φώναζε με τα ονόματά τους, τα παιδιά πάντοτε τα έλεγε, μικρά παιδάκια. << Τι θέλεις μικρό παιδάκι; Μικρό παιδάκι, θέλω ένα γλυκάκι. Να σου πω ένα ποιηματάκι μικρό παιδάκι; >>

Αρκετές φορές, ο πατέρας μου του έδινε παπούτσια και ρούχα. Όμως ο Συμεών μονίμως ήταν ξυπόλητος, και ντυμένος πάντα με παλιά σχισμένα ρούχα. Το ίδιο γινόταν κι όταν πήγαινε στο μοναστήρι στον αδερφό του. Έφευγε από το μοναστήρι βαφτιστήρι, και μετά από λίγες μέρες, ήταν πάλι ξυπόλητος και ρακένδυτος. Ο πατέρας μου είχε πει, ότι έμενε στην παραλία στα καρνάγια, μέσα στις βάρκες. Όλοι τον γνώριζαν εκεί και τον άφηναν να κοιμηθεί. Μάζευε παλιοσίδερα, χαρτόνια, μπουκάλια, και τα πουλούσε. Πήγαινε σε αρκετά μαγαζιά τροφίμων και βοηθούσε στο ξεφόρτωμα. Έτσι, πάντα είχε φαγητό να φάει. Αυτή τη ζωή έκανε ο Συμεών. Ήθελε, να είναι ελεύθερος, σαν τα πουλιά που πετάνε ψηλά στον ουρανό.

Ο αδερφός του, συνέχεια έκανε προσπάθειες να τον κρατήσει στο μοναστήρι. Όμως, αυτός καθόταν για λίγο καιρό, και μετά έφευγε κρυφά. Ερχόταν στη μεγάλη πόλη, με τα πολλά φώτα, και τις μικρές βαρκούλες, στην άκρη της θάλασσας. Η σκέψη μου ταξιδεύει πίσω, σ’ ένα καλοκαίρι. Μια Κυριακή πρωί, πήγαμε με τον πατέρα μου στη θάλασσα για μπάνιο, δίπλα από το λιμάνι. Ενώ με μάθαινε να κολυμπώ, ξαφνικά από το πουθενά, εμφανίστηκε ο Συμεών, κι άρχισε να γελά δυνατά και να φωνάζει ενθουσιασμένος, << Αγγελή!!! Αγγελή!!! >> Ύστερα, έτσι όπως ήταν με τα ρούχα, έπεσε μέσα στη θάλασσα, κι έπαιζε με το νερό σαν το μικρό παιδάκι.

Όμως, υπάρχει κάτι που αφορά τον Συμεών και ποτέ δεν το ξέχασα όσα χρόνια κι αν πέρασαν.

Η ασβεσταριά του Μπαλάνου ήταν ένα μέρος απαγορευμένο για μένα. Μου είχαν κάνει πλύση εγκεφάλου οι γονείς μου, μην τυχόν και σκεφτώ να περάσω την ξύλινη είσοδο και μπω μέσα. Νόμος απαράβατος. <<Απαγορεύεται να μπεις μέσα στην ασβεσταριά. Κατάλαβες παιδί μου; >> Τα λόγια του πατέρα μου μέσα στο παιδικό μυαλό μου, πάντα με σταματούσαν όταν τύχαινε κι έβαζα το πόδι μου επάνω στο πρώτο ξύλο της κλειδωμένης εισόδου, κι ετοιμαζόμουν να εισβάλλω στην ασβεσταριά του Μπαλάνου.

Θυμάμαι, ένα μεσημέρι, είδα ένα φορτηγό να βγαίνει από την ασβεσταριά και να φεύγει, και την είσοδο να μένει ορθάνοιχτη. Στην αρχή ήμουν σίγουρη ότι κάποιος θα έκλεινε την πόρτα, ως συνήθως. Περίμενα λίγο, και κανείς δε φάνηκε. Η πόρτα ορθάνοιχτη κι εγώ πανέτοιμη να εξερευνήσω την περιοχή. Ξεχνώντας τα λόγια των γονιών μου, με την παιδική μου περιέργεια να χτυπά στο κόκκινο, μπήκα μέσα κι άρχισα να χαζεύω τον χώρο.

Σύντομα, έφτασα δίπλα στη μεγάλη δεξαμενή με τον ασβέστη. Ήταν φανταστική!!! Υπέροχη!!! Κάτασπρη σαν το γάλα!!! Ενώ κοιτούσα ενθουσιασμένη την κατάλευκη γυαλιστερή επιφάνεια του ασβέστη, είδα δίπλα μου ένα φτυάρι, και χωρίς να σκεφτώ τίποτα, το πήρα και προσπάθησα να ανακατέψω τον ασβέστη που ήταν μέσα στην δεξαμενή. Όμως ήταν αδύνατον να τα καταφέρω. Και όπως προσπαθούσα, το φτυάρι έπεσε μέσα στον ασβέστη. Καταστροφή! Έπρεπε γρήγορα να βγάλω από κει μέσα το φτυάρι. Αν καταλάβαιναν τι είχα κάνει, σίγουρα θα έπεφτε πολύ τιμωρία από τους γονείς μου.

Κι όπως ήμουν σκυμμένη πάνω από τη δεξαμενή και σκεφτόμουν να πηδήξω μέσα, και μετά να σπρώξω το φτυάρι προς το τοίχωμα της δεξαμενής, κι ύστερα…. να…. ξαφνικά, άκουσα τη βροντερή φωνή του να λέει, << τι κάνεις εκεί μικρό κοριτσάκι; >> κι είδα το πελώριο χέρι του ν’ αρπάζει το μικρό μου χέρι, και να με τραβά γρήγορα έξω από την ασβεσταριά. Τότε εγώ, έβαλα τα κλάματα γιατί φοβόμουν τις συνέπειες. Όμως ο Συμεών γελώντας, έβαλε το δείκτη του χεριού του στο στόμα του, κάνοντάς μου σσσσσ….. και λέγοντάς μου << μην κλαις, όλα εντάξει μικρό κοριτσάκι >>.

Ο Συμεών ποτέ δεν είπε τίποτα στους γονείς μου, κι εγώ ούτε και ξαναπλησίασα την ασβεσταριά. Αυτός ήταν ο Συμεών που γνώρισα όταν ήμουν μικρό παιδί.

Χειμώνας ήταν, κι ο Συμεών αν και φυσούσε κι έκανε κρύο, τριγυρνούσε μέσα στην πόλη ξυπόλητος. Δυο μικρά παιδάκια σε μια πλατεία έπαιζαν κρυφτό. Όταν τον είδαν να περνά, αμέσως τον γνώρισαν, κι έτρεξαν κοντά του φωνάζοντας << Συμεών! Συμεών! Πες μας ένα ποιηματάκι! >> Τότε ο Συμεών γελώντας είπε στο ένα παιδάκι: << Για να σου πω ένα ποιηματάκι πρέπει πρώτα να μου δώσεις τα χαρτάκια! Έλα μικρό παιδάκι δώσ’ μου τα χαρτάκια! >> Το παιδί, τον κοίταξε με περιέργεια και τον ρώτησε: << Ποια χαρτάκια; >> <<Του ποντικού τ’αυτάκια >> του απάντησε ο Συμεών, κι έφυγε προς τη θάλασσα γελώντας.

Έδυε ο ήλιος, όταν σήκωσε το φθαρμένο καραβόπανο και μπήκε μέσα στην ερειπωμένη βάρκα, που στο πλάι της ήταν μισοσβησμένο το όνομα Ελευθερία. Ύστερα, κοίταξε για λίγο τα χρώματα του δειλινού, και φαντάστηκε ότι είναι φαροφύλακας, στο μεγάλο βράχο, στο σπίτι, στην άκρη του γκρεμού. Είδε τον εαυτόν του, λίγο πριν πέσει ο ήλιος, ν’ ανάβει το φάρο, κι ο φάρος, να φωτίζει το πέλαγος. Ύστερα, αποκοιμήθηκε…..

Καλό ταξίδι Συμεών…… Καλό ταξίδι όπου κι αν είσαι……