Η φτέρη

Είναι άνοιξη. Μια πανέμορφη φτέρη με πολύ πυκνό καταπράσινο φύλλωμα, έχει φυτρώσει κάτω από ένα πανύψηλο έλατο.

Αισθάνεται πολύ ωραία και απολαμβάνει τη ζωή της.

Μόλις έχει ξημερώσει, και η φτέρη κουνά και τεντώνει πάνω κάτω τα τα καταπράσινα φύλα της.

<<Αααα!!! Τι Όμορφη μέρα σήμερα!!! Τόσες μυρωδιές!!! Τι λαμπερό φως!!! Όλα, είναι αρμονικά και γαλήνια καμωμένα. Δόξα σοι Κύριε και Κυρία του σύμπαντος!!! Πόσο μου αρέσει να ζω!!! Απλά να υπάρχω!!! Καλημέρα σκιουρίνα μου>> είπε η φτέρη στη φίλη της τη σκιουρίνα, που μόλις κι αυτή έχει ξυπνήσει, και με δυσκολία τραβά ένα κάστανο μέσα στη φωλιά της.

Η σκιουρίνα είναι έγκυος, και δεν μπορεί να κινηθεί γρήγορα. Ανεβοκατεβαίνει μόνο στην αγριοκαστανιά, εκεί που είναι το σπίτι της, και στο ψηλό έλατο που είναι ακριβώς δίπλα από την αγριοκαστανιά.

<<Καλημέρα πρασινοφτερούλα μου. Υπέροχη μέρα!!! Δόξα σοι Κύριε και Κυρία του σύμπαντος!!! >> απάντησε η σκιουρίνα στη φίλη της την φτέρη, και συνέχισε τη δουλειά της.

Ύστερα, η φτέρη πήρε το ποιο επίσημο ύφος της, και είπε στον πρίγκηπα της περιοχής.

<<Καλημέρα σας κύριε ελατούλη. Πως είστε; Όταν βρείτε λίγο χρόνο από την ενατένισή σας με τον ουρανό, παρακαλώ πείτε μου, τι παρατηρείτε σήμερα; Υπάρχει κάποια αλλαγή τριγύρω μας; Μήπως… ίσως να είδατε… κάποια… το κατανοώ ότι είναι αρκετά δύσκολο, πολύ νωρίς για να….. μα, πριν μια εβδομάδα φυσούσε δυνατός άνεμος, κι οι ελπίδες μου αναπτερώθηκαν. Θα σας είμαι ευγνώμων.>>

<<Καλή σας μέρα κυρία πρασινοφτερούλα μου. Για σήμερα, μετά από τις παρατηρήσεις που έκανα, μόνο μερικά πολύ μικρά έλατα έχουν φυτρώσει. Είμαι σιγουρότατος ότι σύντομα ή περιοχή μας θα έχει την ευλογία να γεμίσει με νεαρές πρασινοφτερούλες. Δόξα σοι Κύριε και Κυρία του σύμπαντος!!! >>

Η φτέρη, αφού ευχαρίστησε το έλατο, συλλογίστηκε για λίγο αυτά που της είπε, και συνέχισε να ζει με την πίστη, ότι γρήγορα το χώμα γύρω της θα γέμιζε με νεαρές καταπράσινες φτέρες. Άλλωστε, ήξερε ότι το σύμπαν είναι σοφό, και μόνο αυτό γνώριζε πότε, κι αν, αυτή θα αποκτούσε απογόνους. Ας γινόταν λοιπόν το θέλημά του… σκέφτηκε με ηρεμία και αποδοχή η φτέρη.

Μερικές μέρες αργότερα, η σκιουρίνα γέννησε δύο σκιουράκια. Όταν τα μικρά της άρχισαν να ανοίγουν τα μάτια τους, τα κατέβαζε στο έδαφος, τα άφηνε στη φίλη της την πρασινοφτερούλα, και πήγαινε να βρει τροφή για τα μωρά της.

Η φτέρη, ήταν χαρούμενη, ενθουσιασμένη, κι αγαπούσε πολύ τα δύο μικρά σκιουράκια. Ήταν σαν παραμάνα τους. Τα έβαζε κάτω από το πλούσιο φύλλωμά της, κι έγερνε τα φύλλα της με τέτοιο τρόπο, που τα σκιουράκια ήταν ξαπλωμένα και φυλαγμένα μέσα σε μια καταπράσινη μπάλα από φουντωτά πυκνά φύλλα. Και μέχρι να έρθει η φίλη της η σκιουρίνα, τα λίκνιζε πέρα δώθε με τους μίσχους της, τραγουδώντας τους τραγούδια του ανέμου.

Ένα πρωί, ο άνεμος φυσούσε δυνατά όταν η σκιουρίνα άφησε τα μικρά της στη φτέρη.

<<Μικρά μου, μη φοβάστε καθόλου τον άνεμο. Ο άνεμος είναι φίλος μας. Ελάτε, να πούμε το τραγούδι του ανέμου, μέχρι να έρθει η μανούλα σας>> είπε η φτέρη στα μικρά σκιουράκια, που έτρεμαν από το φόβο τους, νομίζοντας ότι ο δυνατός άνεμος, θα τα αρπάξει, και θα τα πάει μακριά από τη φωλιά τους.

Μερικές δεκάδες μέτρα πιο κάτω, στην άκρη του δάσους, ένας άνθρωπος χωρίς ψυχή, με το βρώμικο χέρι του, ανάβει μια μικρή φωτιά και φεύγει γρήγορα επάνω σε ένα μηχανάκι. Στη δεξιά τσέπη του παντελονιού του, έχει τα χρήματα που πήρε, για να σκορπίσει τον πύρινο όλεθρο στο δάσος. Το μόνο που σκέφτεται, είναι το καινούργιο έξυπνο τηλέφωνο που θα αγοράσει, και χαμογελά…

<< Συναγερμοοός!!! Φωτιααά!!! Φωτιααά!!! Φυλαχτείτεεε!!! >> Ουρλιάζει το έλατο, και τραντάζει και ταρακουνά με φόβο και αγωνία τα κλαδιά του, γαντζώνοντας τις ρίζες του με όλη του τη δύναμη μέσα στη γη.

Η φτέρη ταράχτηκε και τρόμαξε πάρα πολύ όταν άκουσε τον πρίγκιπα να κραυγάζει ότι το δάσος φλέγεται. Η φίλη της η σκιουρίνα δεν είχε επιστρέψει και τα σκιουράκια ήταν υπό την προστασία της. Δεν ήξερε τι να κάνει.

<< Μικρά μου, θέλετε να παίξουμε ένα παιχνίδι; >> είπε η φτέρη με τρεμάμενη φωνή στα δύο σκιουράκια. << Ναι!!! >> απάντησαν αυτά ενθουσιασμένα, έχοντας άγνοια για τον πύρινο εφιάλτη που τους πλησίαζε.

<< Σκάψτε γρήγορα στο χώμα, και ψάξτε να βρείτε τις ρίζες μου. Όταν τις βρείτε, θα χωθείτε μέσα και θα κρυφτείτε. Εκεί, θα περιμένετε τη μανούλα σας να γυρίσει να σας πάρει. Εγώ, θα σας σκεπάσω με το χώμα και τα φύλλα μου. Έτσι, θα γελάσουμε πολύ όταν σας δει απότομα μπροστά της. >>

Τα σκιουράκια έκαναν αυτό ακριβώς που τους είπε.

Η φτέρη τα σκέπασε με χώμα, και κουλουριάστηκε από πάνω τους σε μια σφιχτή καταπράσινη μπάλα από φύλλα, τρέμοντας και κλαίγοντας από τον φόβο της.

Έγινε ασπίδα για να τα προστατεύσει από τη φωτιά, που τώρα, πλησίαζε προς το μέρος τους. Γνώριζε ότι δεν υπήρχε ελπίδα γι’αυτήν. Ίσως τα σκιουράκια κατάφερναν να σωθούν.

Όταν η φωτιά σαν την αστραπή πέρασε από πάνω της, η φτέρη υπέφερε και πόνεσε πολύ πριν καεί. Λίγο πριν ξεψυχήσει τραγουδούσε με όση δύναμη της είχε απομείνει το τραγούδι του ανέμου.

Τότε, ξαφνικά ο άνεμος άλλαξε κατεύθυνση, και το έλατο και η αγριοκαστανιά σώθηκαν. Ύστερα από λίγη ώρα άρχισε να βρέχει, και η φωτιά έσβησε. Το δάσος σώθηκε με μικρές απώλειες. Η σκιουρίνα γλύτωσε, και γυρνώντας πίσω στη φωλιά της βρήκε τα μωρά της ζωντανά. Η φίλη της η πρασινοφτερούλα τα είχε προστατέψει και τα είχε σώσει από τη φωτιά.

Μετά από καιρό στο δάσος…

<< Καλή σας μέρα κύριε ελατούλη. Ηλιόλουστη μέρα σήμερα!!! Δόξα σοι Κύριε και Κυρία του Σύμπαντος!!! Πως είστε; Όταν βρείτε λίγο χρόνο από την ενατένισή σας με τον ουρανό, παρακαλώ πείτε μου, τι παρατηρείτε σήμερα; Υπάρχει κάποια αλλαγή τριγύρω μας; Θα σας είμαι ευγνώμων. >> είπε η σκιουρίνα στον πρίγκιπα της περιοχής.

<< Καλή σας μέρα κυρία σκιουρίνα. Η χαρά μου είναι απερίγραπτη!!! Παρατήρησα σήμερα, ότι λίγο πιο κάτω, έχουν φυτρώσει μερικές πολύ μικρές πρασινοφτερούλες. Τι ευλογία!!! Δόξα σοι Κύριε και Κυρία του σύμπαντος!!! >>

Μόλις η σκιουρίνα άκουσε τι της είπε ο πρίγκηπας, δακρυσμένη, έτρεξε να καλημερίσει και να καλωσορίσει τις νεαρές πρασινοφτερούλες. Φτάνοντας κοντά τους, τις άκουσε να τραγουδούν όλες μαζί το τραγούδι του ανέμου. Το τραγούδι που τραγουδούσε η φίλη της η πράσινοφτερούλα.

Φύσαγε άνεμε, φύσα δυνατά.

Πάρε τους σπόρους μας, και σκόρπα τους μακριά.

Δώσε ζωή απ’τη ζωή μας.

Δώσε ψυχή απ’τη ψυχή μας.