Αεσσύδος

Κάπου στην εσχατιά του σύμπαντος, υπάρχει ένας πλανήτης που κατοικείται μόνο από ζώα. Σ’αυτόν τον πλανήτη σ’ένα μικρό γατοχωριό το βόρειο Λακατενάλο, η Σάρα, η όμορφη γάτα με το κατακόκκινο τρίχωμα και τα γαλάζια μάτια, γέννησε στο σπίτι της μονάχη της τα τέσσερα παιδιά της. Ο Ιβάν ο γκρίζος γάτος από το ανατολικό Ήλμικαλ, πατέρας των παιδιών της, εξαφανίστηκε μια νύχτα λίγες μέρες πριν γεννήσει. Η Σάρα μιλούσε μαζί του, καθισμένη στην κουνιστή καρέκλα της κουζίνας του σπιτιού τους, όταν ξαφνικά, ένα εκτυφλωτικό λευκό φως άστραψε μέσα στο δωμάτιο, αναγκάζοντάς την να κλείσει τα μάτια της, για να μην τυφλωθεί. Όταν τα άνοιξε, ο άνδρας της ο Ιβάν που καθόταν δίπλα της, ήταν άφαντος.

Δυο εβδομάδες μετά, η Σάρα το πήρε απόφαση πως ο Ιβάν το έβαλε στα πόδια, για να μην αναλάβει τις ευθύνες του απέναντι στην οικογένειά του. Κατάλαβε πλέον, ότι αυτή θα ήταν μάνα και πατέρας για τα τέσσερα παιδιά της. Τη Σοράγια, τον Μίλτο, τον Αρίστο και τον Αεσσύδο. Η Σοράγια, ήταν κομμένο κεφάλι η μάνα της. Ο Μίλτος και ο Αρίστος, ήταν και οι δυο τους σαν δίδυμοι. Είχαν κόκκινο τρίχωμα με γκρίζες ανταύγειες στη ράχη τους. Τους ξεχώριζες μόνο από το μέγεθός τους. Ο Μίλτος ήταν πιο μικρόσωμος από τον Αρίστο. Ο Αεσσύδος όμως διέφερε. Ήταν ίδιος ο πατέρας του. Όταν τον κοιτούσε η Σάρα νόμιζε πως έβλεπε τον Ιβάν.

Ο Αεσσύδος είχε μαύρα σπινθηροβόλα μάτια. Το τρίχωμά του ήταν πολύ πυκνό. Είχε γκρίζο χρώμα, με μαύρες ανταύγειες στο κεφάλι του, σαν του πατέρα του. Ήταν εντελώς διαφορετικός από τ’αδέλφια του και από τους άλλους γάτους του χωριού του. Ψηλός, λεπτοκαμωμένος, εσωστρεφής, παρατηρητικός, αλλά και δειλός. Το είχε αποδεχτεί πως δεν έμοιαζε με όλους τους άλλους γάτους. Γι’αυτό, συνέχεια κρυβόταν σχεδόν από όλους.

Η Σοράγια όμως η αδελφή του ήταν η λατρεία του. Την αγαπούσε πολύ και την ακολουθούσε παντού. Ο Αρίστος και ο Μίλτος ήταν ζωηροί και δεν μπορούσε να τους ανταγωνιστεί στα παιχνίδια τους, αν και το ήθελε πολύ. Φοβόταν συνέχεια ότι δε θα τα καταφέρει να αναμετρηθεί με κανέναν γάτο από το χωριό τους. Έτσι, απομονωνόταν, κάνοντας βόλτες μόνο με τη Σοράγια. Τις περισσότερες φορές όμως τριγυρνούσε μονάχος του. Πολλές φορές η Σάρα του έβαζε τις φωνές, γιατί χανόταν με τις ώρες και τον έψαχνε.

Θύμωνε με τον εαυτόν του που ήταν διαφορετικός. Ζήλευε πολύ τους άλλους γάτους, γιατί τα κατάφερναν τόσο καλά στο κυνήγι. Και όταν σκαρφάλωνε στα δέντρα τις νύχτες και κοιτούσε τον έναστρο ουρανό, μετά από λίγο του πέρναγε ο θυμός και η ζήλια.

Ο Αεσσύδος, ο νεαρός γκρίζος γάτος, είχε τρεις αγάπες. Τη Σοράγια την αδελφή του, τα ποντίκια και τ’αστέρια. Τα ποντίκια τον δυσκόλευαν αρκετά. Χρειαζόταν να εξασκηθεί πολύ για να τα παγιδεύσει και να τα καταπιεί. Και εννοείτε μόνο τα μικρά. Γιατί τα μεγάλα τα έτρεμε και τα φοβόταν. Τ’αστέρια όμως, τον είχαν μαγέψει. Μονίμως, μέρα νύχτα σκαρφαλωμένος στα δέντρα, με τα μάτια στραμμένα ψηλά στον ουρανό, σκεπτόμενος όλη την ώρα, αν υπάρχει κάποιος τρόπος, ένας γάτος να μπορεί να ταξιδεύει στ’αστέρια του σύμπαντος.

Όταν ήταν πολύ μικρός, ή μάνα του η Σάρα, που είχε μάθει να διαβάζει από τον Ιβάν, του έμαθε τα λίγα γράμματα που ήξερε. Ο Αεσσύδος ήταν πολύ έξυπνος και εύστροφος. Έτσι έμαθε αμέσως να διαβάζει. Και χωρίς η μάνα του να τον αντιληφθεί, κρυβόταν μέσα στο παλιό, χιλιοτρυπημένο και αραχνιασμένο, σεντούκι του πατέρα του. Κουλουριασμένος λοιπόν μέσα στο παλιό σεντούκι του Ιβάν, ανακάλυψε ένα παράξενο βιβλίο. Ένα κιτρινισμένο και σκοροφαγωμένο βιβλίο. Μέσα στο βιβλίο ήταν σχεδιασμένες πολύ όμορφες, παράξενες, πολύπλοκες ζωγραφιές. Με πολλές χειρόγραφες σημειώσεις, γραμμένες δίπλα στις παράξενες ζωγραφισμένες εικόνες.

Τον πρώτο καιρό δεν καταλάβαινε τι ήταν αυτά τα περίεργα σχέδια, που ήταν ζωγραφισμένα στις σελίδες του παλιού βιβλίου. Όμως ένα βράδυ, προσπαθώντας να σκαρφαλώσει επάνω σε ένα δέντρο για να αρπάξει ένα ταλαίπωρο μικρό νυχτοπούλι, κουράστηκε και ξάπλωσε στον κορμό του δέντρου να ξαποστάσει. Σήκωσε τότε τα μάτια του προς τον νυχτερινό ουρανό, που ήταν ξάστερος και άρχισε να χαζεύει τ’αστέρια.

Ξαφνικά, του κόπηκε η ανάσα. Κατάλαβε ότι γνώριζε τ’άστρα. Δηλαδή, αναγνώριζε τα ονόματα των αστερισμών που βρίσκονταν ψηλά στον ουρανό. Ήταν δυνατόν; Ναι, ήταν, γιατί όλα αυτά τα διάβαζε και τα μάθαινε από το παλιό βιβλίο που είχε ανακαλύψει. Το βιβλίο που άφησε πίσω του ο εξαφανισμένος πατέρας του. Από τότε και κάθε βράδυ ανελλιπώς, έκανε εξάσκηση σε αυτά που μάθαινε από το παράξενο αυτό βιβλίο. Μετά από καιρό, ήξερε όλους τους διαδρόμους που δημιουργούσαν τ’αστέρια ψηλά στον ουρανό. Γνώριζε όλους τους αστερισμούς και τις παραξενιές τους. Μήνα με το μήνα, χρόνο με το χρόνο. Στο τέλος, είχε μάθει όλο το βιβλίο απ’έξω.

Ένα μόνο πράγμα δεν κατανοούσε από αυτό το βιβλίο. Στο κάτω μέρος στην τελευταία σελίδα του παράξενου αυτού βιβλίου, διάβαζε μια μικρή παράγραφο και δεν μπορούσε να καταλάβει το νόημά της.

Αυτή η παράγραφος έγραφε: << Το Αληθινό Φως είναι το ένα. Το Αληθινό Φως είναι η γνώση. Το Αληθινό Φως είναι η καρδιά που πάλλεται από ζωή. Το Αληθινό Φως είναι η συμπόνια. Το Αληθινό Φως είναι η πόρτα μέσα από την οποία μπαίνει η αγάπη και σαν κόλλα ενώνει τα πάντα. Το Αληθινό Φως είναι η αλήθεια, είναι η ζωή, είναι η ουσία των πάντων. Το σκοτάδι είναι η άγνοια, ο φόβος, η ενοχή, η σύγκριση, η επίκριση, η εκδικητικότητα, η στασιμότητα, η λησμονιά, η ανυπαρξία. Το σκοτάδι είναι η γέφυρα που πρέπει να διαβείς, για να φτάσεις στο Αληθινό Φως. Το λυκόφως και το λυκαυγές, είναι το όχημα με το οποίο θα ταξιδεύεις στο Αληθινό Φως. Αυτό ταξιδευτή μην το ξεχάσεις ποτέ >>.

Το διάβαζε και το ξαναδιάβαζε και δεν έβγαζε νόημα. Στο τέλος, το αγνόησε. Νόμιζε ότι ήταν μια παραξενιά, μια αστοχία, που είχε γράψει κατά λάθος ο άγνωστος συγγραφέας του βιβλίου.

Κατ’αυτόν τον τρόπο κυλούσε η καθημερινότητα του Αεσσύδου. Ώσπου κάτι, άλλαξε τη χαλαρή και ήρεμη μέχρι τώρα ζωή του.

Ο Αεσσύδος ο νεαρός γκρίζος γάτος, τον τελευταίο καιρό είναι αναστατωμένος. Νοιώθει άσχημα, είναι στεναχωρημένος, ζηλεύει πολύ και πιστεύει πως θα τρελαθεί. Η οικογένειά του αποφάσισε να μην ξανακυνηγήσει ποντίκια. Επειδή, η αδελφή του η Σοράγια ερωτεύτηκε τον νεαρό Νελ, τον μικρότερο γιο του Τσίτο. Ο Τσίτο, είναι ο αρχηγός των ποντικών του μικρού χωριού τους. Μικροί μεγάλοι, γάτες και ποντίκια, σέβονται πάρα πολύ τον αρχηγό Τσίτο. Κάποτε, σε μια καταστροφική πλημμύρα, ο Τσίτο κατάφερε και έσωσε την τελευταία στιγμή τα νεογέννητα γατιά του χωριού.

Ο Αεσσύδος πολλές φορές σκεφτόταν, αν η οικογένειά του έχει μια σταλιά γατήσιο φιλότιμο. Ο Τσίτο μετά βαΐων και κλάδων ενέκρινε τον έρωτα των δυο παιδιών. Ευλόγησε τη σχέση τους, υπογράφοντας το παλιόχαρτο με την κατάπτυστη συμφωνία, που έκαναν μεταξύ τους οι αρχηγοί των ποντικών και των γάτων. Η συμφωνία όριζε με όρκους τιμής και από τις δυο πλευρές, πως η μια οικογένεια δε θα έβλαπτε την άλλη. Σε περίπτωση που κάποιος αθετούσε τη συμφωνία, η τιμωρία ήταν ο εξευτελισμός και ο θάνατος όλης της οικογένειας.

Ο Αεσσύδος σκεφτόταν νύχτα μέρα πως δεν μπορούν ποτέ οι γάτες να γίνουν χορτοφάγες. Και προσευχόταν στον Θεό να κάνει ένα θαύμα, ώστε να αλλάξουν τα πράγματα. Διαφορετικά, ήταν σίγουρος ότι σύντομα δε θα υπήρχε ούτε ένας ζωντανός γάτος στο χωριό τους, επειδή, όλοι θα πέθαιναν από την πείνα. Και περνούσε αδιάφορος τάχα δίπλα από κάποιο μικρό ποντίκι, το καλημέριζε με ψεύτικο χαμόγελο και πηγαίνοντας πιο κάτω, γεμάτος οργή και θυμό, με μανία κλώτσαγε τις πέτρες μέχρι να τις ρίξει μέσα στο ποτάμι.

Μόνο μικρά βατράχια έτρωγε, όταν προλάβαινε να τα πιάσει. Για ψάρια ούτε κουβέντα. Ήταν πολύ μεγάλα και του ξεγλιστρούσαν, τη στιγμή που προσπαθούσε να τα αρπάξει. Άσε που φοβόταν μην πνιγεί στο ποτάμι, καταλήγοντας να γίνει ο ίδιος τροφή για τα ψάρια. Όσο δε για τα πουλιά, ώρα καλή στην πρύμνη σου κι αέρα στα πανιά σου, ποτέ πουλί πετάμενο να μη βρεθεί μπροστά σου. Ήταν εντελώς ανίκανος να παγιδεύσει ακόμα και ένα γερασμένο σπουργίτι.

Και ο καιρός περνούσε και ο Αεσσύδος φαινόταν εξωτερικά ότι είναι ήρεμος και γαλήνιος. Αλλά στην πραγματικότητα μέσα του σιγόκαιγε ένα ηφαίστειο. Και τα ηφαίστεια ποτέ δε σβήνουν. Μπορεί κάποτε να εκραγούν και κανείς δε γνωρίζει πότε.

Μια μέρα που έβρεχε ασταμάτητα και έκανε πολύ κρύο, η οικογένεια του Αεσσύδου είχε κλειστεί μέσα στο σπίτι της και ξεκουραζόταν. Η μάνα του η Σάρα έβραζε στο τσουκάλι μανιταρόσουπα μαζί με κόκκινα έντομα, που τα μάζεψε από το μικρό δέντρο που ήταν έξω από το σπίτι τους. Ο Αεσσύδος έπιανε το στομάχι του από την αηδία που ένοιωθε την ώρα του μεσημεριανού, όταν κάθισαν να φάνε την μανιταροεντομόσουπα.

<< Πω πωωω! κάθεται απέναντί μου ο λαχταριστός μεζές κι εγώ χαμογελαστός και ατάραχος σφυρίζω! Ω! Τι εξευτελισμός! Είναι ποτέ δυνατόν να τρώνε αντάμα οι γάτες με τα ποντίκια; Η αγαπημένη μου Σοράγια έχασε τα λογικά της! Με πρόδωσε! Και η μάνα μου με γλυκανάλατο ύφος με τον δίσκο στο χέρι, σερβίρει φαγητό στα ποντίκια! Μου έρχεται να χιμήξω επάνω τους και να σερβίρω για μεσημεριανό, ποντίκια με μπόλικο κάρδαμο, για να μπορώ να τα χωνέψω καλύτερα! Φτου! Πάει, χάλασε ο γατόκοσμος! Εκφυλίστηκε! Θα σας δείξω εγώ! Κάτι πρέπει να κάνω και μάλιστα γρήγορα, για να συνέλθει η οικογένειά μου από την παράνοια >> σκεφτόταν ο Αεσσύδος και μέσα του κόχλαζε! Και συνέχισε να ρουφά την απαίσια μανιταροεντομόσουπα, αγριοκοιτάζοντας με πλάγιο τρόπο τον καθισμένο απέναντί του ακατονόμαστο.

Μια εβδομάδα αργότερα, ύπουλα και μεθοδευμένα, έστησε το σχέδιο της εξόντωσης του ακατονόμαστου. Ήταν σίγουρος πως γι’αυτήν του την πράξη, κάποτε, η ιστορία των γάτων θα τραγουδούσε ύμνους και το όνομά του θα ήταν δοξασμένο! Προσποιήθηκε ότι είναι άρρωστος και κλείστηκε μέσα στο σπίτι του, υποτίθεται για να αναρρώσει. Είχε κρύψει μερικές άθλιες κατσαρίδες σε ένα κουτί κάτω από το κρεβάτι του και τις κατάπινε αμάσητες, όταν κανείς δεν τον έβλεπε. Μετά με περίλυπο ύφος, ρουφούσε τάχα ταλαιπωρημένος τις άνοστες νεροκολοκυθόσουπες, που του ετοίμαζε η μάνα του για να δυναμώσει.

Δυο μέρες αργότερα, βρήκε την κατάλληλη ευκαιρία για να δράσει. Για κάποιο λόγο που δε γνώριζε, έλειπαν όλοι. Μόνο αυτός και ο Νελ ήταν στο σπίτι. Ο Αεσσύδος κρυφοκοιτώντας, τον είδε να πλένει παλιοκρέμμυδα να τα κόβει και να τα ρίχνει στο τσουκάλι μαζί με βρωμοέντομα, για να φτιάξει άκουσον άκουσον, κρεμμυδόσουπα για τη Σοραγιούλα του, όπως έλεγε την αγαπημένη του αδελφή ο αχρείος.

Η ζήλια, η μνησικακία, η οργή και ο θυμός, είχαν γίνει ένα ανακατεμένο κουβάρι στην ψυχή του Αεσσύδου. Τα έντονα αυτά συναισθήματα, του έδιναν τη δύναμη να ξεπεράσει τη δειλία του και να φτάσει μέχρι το τέλος. Χαμογέλασε χαιρέκακα, ευχαριστώντας τον Θεό, για το δώρο που νόμιζε ότι του έκανε. Έπειτα κουκουλώθηκε με την κουβέρτα του, έβηξε αδύναμα κάνοντας τον ανήμπορο, με το μάτι γαρίδα και τα νύχια του ακονισμένα και τεντωμένα. Καραδοκούσε τη σωστή στιγμή, για να επιτεθεί και να αφανίσει τον ακατονόμαστο.

Ύστερα από λίγη ώρα, ακούει έναν χτύπο στην πόρτα του δωματίου του και την ήρεμη φωνή του Νελ να του λέει: << Αεσσύδε, αδελφέ μου, είσαι ξύπνιος; Σου έφερα μια υπέροχη και δυναμωτική κρεμμυδόσουπα. Την έφτιαξα με τα χεράκια μου. Μόλις τη φας, σίγουρα θα γίνεις πολύ καλύτερα >>. Και άνοιξε την πόρτα με τον δίσκο στο χέρι, προχωρώντας προς το κρεβάτι του Αεσσύδου. Ο Νελ φτάνοντας δίπλα στο προσκέφαλο του Αεσσύδου, ετοιμάζεται να αφήσει τον δίσκο πάνω στο μικρό τραπεζάκι, που ήταν δίπλα στο κρεβάτι του Αεσσύδου.

Ο Αεσσύδος σκεπασμένος κάτω από την κουβέρτα του, με τα νύχια του βγαλμένα έξω, σκέφτεται: << Ή τώρα ή ποτέ. Θα τον εξοντώσω τον σιχαμένο. Θα τον κάνω κομματάκια, θα τον εξαφανίσω. Επιτέλους! Θα ξεβρωμίσει το σπίτι μας! >> Και δίνοντας ένα σάλτο, πετάγεται όρθιος δίπλα στον Νελ…

Βλέποντάς τον ο Νελ, σε δευτερόλεπτα κατάλαβε τι θα πάθει ο άμοιρος… Τότε ο δίσκος, του πέφτει κάτω στο πάτωμα, κάνοντας έναν εκκωφαντικό θόρυβο. Μαζί όμως με τον δίσκο πέφτει κάτω και ο Νελ. Λιπόθυμος από τον τρόμο του για τον επικείμενο θάνατό του. Δεν άντεξε η ευαίσθητη καρδιά του. Ταυτόχρονα, άνοιξε με δύναμη η πόρτα του δωματίου και μπήκε μέσα ο θείος Νίκος. Ένας γέρος μαυριδερός γάτος λέγοντας, << Αεσσύδε παιδί μου είσαι καλά; >>.

Ο Αεσσύδος θολωμένος, με μεγάλη οργή και αγανάκτηση γιατί τον ανακάλυψαν πριν τελειώσει αυτό που άρχισε, κατάλαβε ότι ήταν πλέον αργά να κάνει πίσω. Έτσι, άρπαξε τον λιπόθυμο Νελ και προσπάθησε να τον πνίξει, σφίγγοντάς του τον λαιμό με δύναμη.

Τότε η Σοράγια όρμηξε μέσα στο δωμάτιο ουρλιάζοντας, << δολοφόνε θα σε τσακίσωωω… Νελ αγάπη μου βοήθειααα… >> Και επιτέθηκε στον Αεσσύδο, τραβώντας τον Νελ την τελευταία στιγμή, από τα νύχια του αδελφού της. Τα υπόλοιπα είναι ιστορία. Όλες οι γάτες και τα ποντίκια που ήταν στο σπίτι του, τον κυνήγησαν για να τον πιάσουν.

Ο Αεσσύδος όμως, που ήταν φοβισμένος και θυμωμένος, σαν την αστραπή, έπεσε επάνω στο ξύλινο παράθυρο του δωματίου και σπάζοντάς το με τον όγκο του σώματός του, βρέθηκε έξω στην αυλή του σπιτιού του. Ελεύθερος, αλλά σοβαρά τραυματισμένος. Έφυγε τρέχοντας από την οικογένειά του, κυνηγημένος, λαβωμένος, απόβλητος και ντροπιασμένος. Έριξε όπως λέμε, μαύρη πέτρα πίσω του. Χάθηκε, μέσα στη νύχτα…

Μερικές μέρες μετά την περιπετειώδη φυγή του Αεσσύδου, στο σπίτι του αργά τη νύχτα, συνέβησαν απίστευτα γεγονότα. Η πεισματάρα και τολμηρή Σοράγια, κατάφερε με την αγάπη της να γιατρέψει τον Νελ και να φέρει τα κάτω προς τα πάνω. Εκεί, που τα δυο σόγια γάτες και ποντίκια φώναζαν κατηγορώντας ο ένας τον άλλον, ορίζοντας φοβερές ποινές οι μεν για τους δε, η Σοράγια ύψωσε δυνατά τη φωνή της και τους είπε:

<< Σωπάστε όλοι. Κάτι θέλει να σας πει ο Νελ και είναι πολύ σημαντικό και μας αφορά όλους >>.

Ο Νελ ανέβηκε γρήγορα επάνω στο τραπέζι της κουζίνας, έβηξε αρκετές φορές, έβαλε τα δυο χέρια του στο μέρος της καρδιάς του, η οποία χτυπούσε σαν τύμπανο, πήρε το πιο επίσημο και σοβαρό ύφος του και άρχισε να λέει τα εξής:

<< Αγαπημένοι μου. Γάτες και ποντίκια. Θέλω να σας αναγγείλω δυο ειδήσεις. Η πρώτη είναι δυσάρεστη και η δεύτερη νομίζω ότι θα δώσει μεγάλη χαρά σε πολλούς από εσάς, που βρίσκονται σε αυτό το σπίτι σήμερα. Με θλίψη σας ανακοινώνω πως ο γαμπρός μου ο Αεσσύδος δεν υπάρχει πια στην ζωή. Χτες βράδυ, δυο γατόμαγκες, που βρήκαν το θάρρος να μείνουν νύχτα στο απαγορευμένο δάσος, μας είπαν πως είδαν τον Αεσσύδο να κατασπαράσσεται άγρια, από δυο κυνηγούς του Σώμορτ. Δεν μπόρεσαν να τον βοηθήσουν, γιατί κινδύνευε και η δική τους ζωή. Αργότερα, γύρισαν πίσω και το μόνο που βρήκαν από τον Αεσσύδο, ήταν το φουλάρι που του είχε δωρίσει πριν λίγο καιρό η αδελφή του. Κοιτάξτε το. Να το >>.

Και άνοιξε τα δυο χέρια του ο Νελ και τους έδειξε το ματωμένο και κατασχισμένο πάνινο φουλάρι, με το αρχικό του ονόματος του Αεσσύδου, έτσι όπως ακριβώς το είχε κεντήσει η Σοράγια η αδελφή του. << Ωωω! >> έκαναν τότε με μια φωνή γάτες και ποντίκια. Μετά, άρχισαν να λένε μερικοί θερμοκέφαλοι: << Καλά να πάθει. Του άξιζε. Αποδόθηκε θεία δικαιοσύνη >>.

Τότε ο Νελ βλέποντας ότι τα πράγματα θα πάρουν άλλη τροπή και υπήρχε κίνδυνος για τη Σοραγιούλα του, φώναξε με δυνατή φωνή:

<< Γάτες και ποντίκια, ακούστε με προσεκτικά. Πρέπει τώρα να μάθετε κάτι που είναι σημαντικό. Ο Αεσσύδος όταν μου επιτέθηκε είχε υψηλό πυρετό. Παραληρούσε και νόμιζε πως ήμουν σπουργίτι. Είχε παραισθήσεις. Οπότε, εγώ τον συγχώρεσα και ας αναπαυθεί η ψυχή του. Είμαι όμως ο πιο ευτυχισμένος ποντικός, γιατί η γλυκιά μου Σοραγιούλα θα γίνει μητέρα. Ναι, θα γίνει μητέρα. Μην ανοίγετε έτσι όλοι τα στόματά σας. Θα γίνω πατέρας! Και ο πρώτος αρσενικός γατοποντικός που θα γεννηθεί, θα ονομαστεί Αεσσύδος. Έτσι, για να τιμήσω τη μνήμη του γαμπρού μου, που τόσο άδικα χάθηκε. Εμπρός! Όλοι μαζί με μια φωνή ας πούμε. Ο Θεός ας αναπαύσει την ψυχή του αδικοχαμένου Αεσσύδου >>.

Εκείνη τη νύχτα στο βόρειο Λακατενάλο, έστησαν γλέντι τρικούβερτο, για να γιορτάσουν τα χαρμόσυνα νέα. Γάτες και ποντίκια, έτρωγαν παστά ψάρια, λαχανικά, έντομα, φρούτα, αυγά, αγριόσκορδα και τραγουδούσαν όλοι τους αγκαλιασμένοι, κρατώντας στα χέρια τους κανάτες με μελόκρασο, που το είχε φτιάξει ο αρχηγός Τσίτο. Στο γατόσπιτο, γάτες και ποντίκια, έπιναν και έτρωγαν, χορεύοντας και τραγουδώντας ρυθμικά όλοι μαζί…

<< Τριαλαλά τριαλαλά Τριαλαλέα…

Ο Θεός να συγχωρέσει τον Αεσσύδο τον δρομέα

Έχασε τη ζωή του, γιατί η φυγή του ήταν μοιραία

Όμως, με μπόλικο φαΐ και με καλή παρέα το κρασί του αρχηγού,

όλα μοιάζουν να είναι ωραία

Τριαλαλά τριαλαλά τριαλαλέα… >>

{{{{{{{{{{Β}}}}}}}}}}

Όταν ο Αεσσύδος έφυγε τρέχοντας σαν την αστραπή από το σπίτι του, έτρεξε να κρυφτεί και να γιάνει τις πληγές του, στο απαγορευμένο για όλους, σκοτεινό και αφιλόξενο δάσος των βελανιδιών. Το δάσος ούτε τη μέρα, ούτε τη νύχτα ήσουν ασφαλής να το διασχίσεις. Όλοι γνώριζαν πως ανήκε στον διαβολικό ερπετοειδή Σώμορτ, τον άρχοντα του πλανήτη των ηφαιστείων. Ο Σώμορτ πάση θυσία, επεδίωκε να γίνει απόλυτος κυρίαρχος του πλανήτη των ζώων και του χρυσού, που υπήρχε στα έγκατα του πλανήτη.

Σκοπός του ήταν να χρησιμοποιήσει τον πλανήτη των ζώων σαν βάση, για τις επεκτατικές του επιθέσεις, εναντίον των υπολοίπων πλανητών του τοπικού σύμπαντος. Ήθελε τον χρυσό για καύσιμο. Εφοδίαζε με καύσιμα από χρυσό τα αστρόπλοιά του και σχεδίαζε υποχθόνια τις επιθέσεις του, στον εκάστοτε πλανήτη που επιθυμούσε να εισβάλει και να τον υποδουλώσει. Όταν έφτασε με τον αστροστόλο του πριν από διακόσια χρόνια στον πλανήτη των ζώων, ήταν σίγουρος ότι μέσα σε έναν χρόνο, ο πλανήτης και ο χρυσός του θα ήταν δικός του. Και τα ζώα, σκλάβοι του να τον υπηρετούν και να τον προσκυνούν.

Όμως, οι γενναίοι από τη χώρα της Γνώσης, μαζί με την βοήθεια των μονόκερων στρατιωτών του γένους των Ρεξ, από τον πλανήτη των μονόκερων και τους *ΤΑΛΦ*, που ήταν εκείνη την εποχή στον πλανήτη των ζώων, κατάφεραν να εγκλωβίσουν στα έγκατα των σπηλαίων, που βρίσκονταν κάτω από το δάσος των βελανιδιών, μόνο τους κυνηγούς του Σώμορτ. Με την ελπίδα ότι κάποτε, θα κατάφερναν να τους συντρίψουν και να τους εκδιώξουν από τον πλανήτη τους. Δυστυχώς, ο Σώμορτ ο ερπετοειδής αφέντης τους, δραπέτευσε στον πλανήτη των ηφαιστείων και από εκεί, έχοντας την τεχνολογία, ελέγχει τους κυνηγούς του, σχεδιάζοντας και διατάζοντας, τις διάφορες επιθέσεις του εναντίον των ζώων.

Μόνο οι τολμηροί και οι παράνομοι, αψηφούσαν τον κίνδυνο και έμεναν στο δάσος. Ήταν, σαν ένας άγραφος νόμος. Όταν τα ζώα ήθελαν να πάνε κάπου και έπρεπε να διασχίσουν το δάσος, ταξίδευαν μακριά και έξω από αυτό. Όλοι τους προτιμούσαν να ταξιδέψουν περισσότερες μέρες, παρά να κινδυνεύσει η ζωή τους. Έτσι, ο Αεσσύδος για να σωθεί, κατέφυγε στο σκοτεινό και απαγορευμένο δάσος, με τα πανύψηλα δέντρα, που τώρα μέσα στην τρομάρα του και τον θυμό του, έμοιαζαν να ζωντανεύουν. Γίνονταν ερπετοειδείς γίγαντες κυνηγοί, έτοιμοι να τον αρπάξουν και να τον πνίξουν, όπως αυτός άρπαξε και έπνιξε τον Νελ.

Τρεις μήνες πέρασαν από εκείνη τη νύχτα, που ο Αεσσύδος δραπέτευσε κυνηγημένος από το σπίτι του και κρύφτηκε στο απαγορευμένο δάσος. Ήταν πληγωμένος σωματικά και ψυχικά, γιατί νόμιζε ότι είχε σκοτώσει τον Νελ. Ήξερε καλά τα φριχτά αντίποινα που θα είχε η οικογένειά του. Για τον ίδιο δεν τον ένοιαζε. Από τη στιγμή που το έκανε αυτό, ήξερε ότι ήταν νεκρός. Λυπόταν όμως για τη μάνα του, τα αδέλφια του, μα πιο πολύ για τη Σοράγια την πολυαγαπημένη του αδελφή. Σβέλτη, ατρόμητη, δυναμική, συμπονετική, γεμάτη αγάπη για τους άλλους.

<< Τι έκανα; Με τύφλωσε η ζήλια, η στενομυαλιά, το μίσος, η αλαζονεία. Νόμισα πως είμαι Θεός. Νόμισα ότι αυτό που έκανα ήταν το θέλημα του Θεού. Νόμισα, νόμισα….. Πώς επέτρεψε ο Θεός να κάνω κάτι τέτοιο; Μήπως δεν υπάρχει Θεός; Που είσαι; Γιατί δε με σταμάτησες; Θεός είσαι… Είχες τη δύναμη να αλλάξεις τα πράγματα… Ή ήταν αυτό το θέλημά σου; Τι είδους Θεός είσαι; Σε μισώ! Σε μισώ! Όχι… όχι… Σε αγαπώ! Υποφέρω! Σώσε με! Είμαι ανάξιος να σωθώ; Έλεος…. >> Παραμιλούσε τρέμοντας από τον πόνο και το κρύο ο Αεσσύδος, σέρνοντας το πληγωμένο πίσω αριστερό του πόδι.

Δεν μπορούσε να το κινήσει σχεδόν καθόλου. Παραπατούσε όλη την ώρα, έπεφτε με την κοιλιά στο έδαφος, σερνόταν μέχρι τις κουφάλες των ψηλών γέρικων δέντρων του δάσους και κοιμόταν τις νύχτες εκεί μέσα, τρέμοντας από το κρύο.

Είχε ακούσει φρικιαστικές ιστορίες, για τα ζώα που άρπαζαν οι ερπετοειδείς κυνηγοί του σκοτεινού άρχοντα Σώμορτ, όταν έκαναν νυχτερινές επιδρομές σε απομονωμένα χωριά. Πολλές νύχτες, έβλεπε ζώα που διέσχιζαν βιαστικά το δάσος, ξαφνικά να αρπάζονται βίαια από σκοτεινές σκιές και να εξαφανίζονται, χωρίς να ακουστεί κανένας ήχος. Άλλες φορές, έβλεπε τρομοκρατημένος, ζώα να κατασπαράζονται από θεόρατες, κατάμαυρες, δολοφονικές σκιές. Όμως, το πιο ανατριχιαστικό ήταν, όταν άκουγε ζώα να ουρλιάζουν, ζητώντας βοήθεια και μετά ξαφνικά να σιωπούν. Διαισθανόταν, πως κάτι θανατηφόρο άρπαζε τα δύστυχα ζώα. Και όταν έπαυαν οι απεγνωσμένες κραυγές για βοήθεια, στην κυριολεξία, για αρκετές ώρες μετά, επικρατούσε νεκρική σιγή στο σκοτεινό δάσος.

Τις μέρες που έβρεχε συνέχεια, νόμιζε ότι ένα μαστίγιο τον έδερνε ασταμάτητα, αλύπητα. Λες και η βροχή είχε τον ρόλο του δικαστή, του τιμωρού, για τα εγκλήματα που είχε κάνει. Έτρωγε ό,τι χορταρικό, μανιτάρι, κατσαρίδα, έντομο, έβρισκε στο δρόμο του, κλαίγοντας και τρέμοντας από τον πόνο, το κρύο και τον φόβο. Τουλάχιστον, το νεράκι δεν έλειπε από το απαγορευμένο δάσος.

Τις νύχτες, ονειρευόταν τους δικούς του να είναι αποκεφαλισμένοι και τα σώματά τους πεταμένα στο ποτάμι. Άλλες φορές, έβλεπε την οικογένειά του να παρασύρεται από τα ορμητικά νερά και να χάνεται στη δύνη του μεγάλου καταρράκτη. Ονειρευόταν τον Νελ να τον κοιτάζει γεμάτος φόβο, τρόμο και δάκρυα στα μάτια. Όταν ονειρευόταν τη Σοράγια, δεν άντεχε η ψυχή του και ξυπνούσε κλαίγοντας δυνατά, από τον αφόρητο σωματικό και ψυχικό πόνο που ένοιωθε.

Τότε, παραδομένος στη μοίρα του και ανίσχυρος να ελέγξει οτιδήποτε στη φριχτή ζωή του, εκλιπαρούσε τον Θεό να τον σκοτώσει επί τόπου. Να σταματήσει η καρδιά του. Να πάψουν οι αφόρητοι σωματικοί πόνοι. Να λυτρωθεί η ψυχή του από τις τύψεις που ένοιωθε, για το κακό που έκανε στον Νελ και στην οικογένειά του. Παραμιλούσε συνέχεια και έλεγε, ανάμεσα στα αναφιλητά του τις ατέλειωτες βροχερές και κρύες νύχτες: << Έλα Θεέ μου, ρίξε έναν κεραυνό και κάψε με! Πάρε με τώρα! Δεν θέλω να ζω άλλο! Είμαι ένας καταραμένος δολοφόνος! Μόνο ο θάνατος μου αξίζει! Θεέ μου, δεν αντέχω άλλο! Γιατί είμαι ακόμα ζωντανός; >>.

Κάποια μέρα, η βροχή και το κρύο σταμάτησαν και το αφιλόξενο δάσος άρχισε να γίνεται πιο οικείο στον Αεσσύδο. Κατάλαβε πλέον, ότι έπρεπε να επιζήσει. Αφού οι κυνηγοί δεν τον είχαν κατασπαράξει και ήταν ζωντανός, ίσως ο Θεός να είχε άλλα σχέδια γι’αυτόν. Αυτός, δεν είχε τη δύναμη να αλλάξει τα πράγματα. Μπορούσε όμως να προσπαθήσει να επιβιώσει, όσο καλύτερα γινόταν στο σκοτεινό δάσος.

Μπήκε η άνοιξη και όλα έγιναν καταπράσινα. Πολύχρωμα μικρά και μεγάλα λουλούδια, άνθιζαν γύρω του, δίνοντάς του λίγη χαρά και αρκετή τροφή. Είχε γίνει χορτοφάγος. Αυτός που μισούσε τους χορτοφάγους γάτους, έγινε χορτοφάγος θέλοντας και μη, για να επιβιώσει. Ανακάλυψε ότι τα φρούτα, τα λουλούδια, οι ρίζες και οι καρποί, ήταν πεντανόστιμα. Σκεφτόταν πως θα μπορούσε να ζήσει όλη του τη ζωή, τρώγοντας φρούτα, ρίζες και καρπούς, γιατί του άρεσαν πολύ και του έδιναν μεγάλη ενέργεια. Όμως, κάτι είχε το πίσω αριστερό του πόδι και κούτσαινε. Δε γινόταν καλά. Ήταν τυχερός που είχε σταματήσει ο αφόρητος πόνος. Είχε όμως μεγάλη δυσκολία στο περπάτημα και δεν μπορούσε να κινηθεί με ταχύτητα ή να τρέξει.

Έτσι, η ανάγκη του και η επιθυμία του πλέον, για να ζήσει, τον έκαναν να βρει έναν διαφορετικό τρόπο, για να επιβιώσει στο απαγορευμένο δάσος. Χρησιμοποίησε δυο μακριά, ανθεκτικά και λεπτά ξύλα από κρανιά, για να μπορεί να χοροπηδά με μεγάλες δρασκελιές και να κρύβεται γρήγορα. Τα κρατούσε με δύναμη και έκανε συνέχεια εξάσκηση, στην άμυνα και στην επίθεση, για να είναι σε ετοιμότητα, όταν έπρεπε να προστατεύσει τον εαυτόν του. Τα χρησιμοποιούσε επίσης, για να πιάνει την τροφή του και όταν δυσκολευόταν, για να σκαρφαλώσει σε κάποιο δέντρο.

Σιγά σιγά, μέρα με τη μέρα, μπορούσε να επιβιώνει όλο και καλύτερα και να φοβάται λιγότερο. Και όταν ερχόταν η νύχτα, άρχισε να στρέφει το βλέμμα του προς τον έναστρο ουρανό. Παρατηρούσε τις κινήσεις των αστεριών, κάνοντας όνειρα, πως κάποτε θα ξεφύγει από τις τύψεις και την μιζέρια του και πως θα βρει τρόπο να ταξιδέψει στ’αστέρια. Είχε καταφέρει να επιζήσει προς το παρόν.

Μπήκε ο Ιούλιος και ο Αεσσύδος είχε γίνει πιο ευκίνητος. Τα δυο λεπτά μακριά ξύλα του από κρανιά, είχαν γίνει προέκταση του εαυτού του. Ακόμα και στον ύπνο του κάτω από το κεφάλι του τα είχε και ακουμπώντας τα, ένοιωθε ασφάλεια και ηρεμία. Ένα όμορφο πρωινό του Ιουλίου, ο Αεσσύδος αναζητώντας την τροφή του στο δάσος, με ετοιμότητα και μεγάλη προσοχή, έφτασε μέχρι την άκρη ενός μεγάλου ξέφωτου. Εκεί, βρήκε μια συστάδα από θάμνους, γεμάτους με πολύ μικρά μπουμπούκια λουλουδιών, που είχαν πορτοκαλί χρώμα. Ήταν πολύ όμορφα! Με χαρά και αρκετή όρεξη, άρχισε να κόβει τα μπουμπούκια και να τα τρώει. Είχαν γλυκόξινη γεύση και ευχάριστη μυρωδιά. Έτρωγε και δε χόρταινε. Κάποια στιγμή, τέλειωσαν τα μπουμπούκια και έτσι σταμάτησε.

Κοίταξε γύρω του, βρήκε ένα μικρό ρυάκι και ήπιε νερό να ξεδιψάσει. Μετά, χοροπήδησε με τα ξύλα του προς το εσωτερικό μέρος του δάσους. Ύστερα, κρύφτηκε πάνω σε ένα δέντρο κι αποκοιμήθηκε. Κοιμόταν ήρεμα, βαθιά, χωρίς όνειρα. Άξαφνα, μια έντονη μυρωδιά τον ξύπνησε απότομα. Ήταν η μυρωδιά του καμένου ξύλου. Κατέβηκε γρήγορα από το δέντρο, κοίταξε γύρω του και στο αριστερό μέρος του ξέφωτου, στην άλλη άκρη του δάσους, σε αρκετή απόσταση από αυτόν, είδε καπνό και φλόγες να ξεπηδούν ψηλά επάνω στα δέντρα. Είχε πιάσει φωτιά το δάσος! Δυο λέξεις μόνο σκέφτηκε το μυαλό του εκείνη τη στιγμή: << Τρέξε Αεσσύδε! Τρέξε! >>.

Και άρχισε να τρέχει, ή μάλλον να χοροπηδά πολύ γρήγορα. Πόσο χαιρόταν τώρα γι’αυτό, έτσι ψηλός που ήταν επάνω στα ξύλα του! Έμοιαζε με τον ξυλοπόδαρο γάτο ακροβάτη, που είχε δει μια φορά στο χωριό του. Είχε μεγαλύτερη ορατότητα και μπορούσε να κινηθεί με ταχύτητα σε ασφαλές μέρος. Χοροπηδώντας, γρήγορα έφτασε στην όχθη ενός ξέβαθου ποταμού. Με προσεχτικές δρασκελιές πέρασε στην απέναντι πλευρά. Μετά σταμάτησε και παρατήρησε προσεχτικά πίσω του να δει τι γίνεται. Η φωτιά είχε αλλάξει κατεύθυνση. Είχε αρχίσει να σιγοκαίει στην αντίθετη πλευρά από εκεί που στεκόταν. Προσωρινά είχε σωθεί. Φαινόταν ότι η φωτιά άρχισε να ξεθυμαίνει και να σβήνει. Κοίταξε γύρω του, βρήκε ένα κατάλληλο δέντρο και ξεκίνησε να το σκαρφαλώνει με τα ξύλα του, με το δικό του ακροβατικό και αριστοτεχνικό τρόπο. Δεν πρόλαβε να φτάσει πολύ ψηλά στο δέντρο, όταν άκουσε ουρλιαχτό και δυνατή κραυγή.

<< Βοήθειααα… Βοήθειααα… Λιλίκα μου κρατήσου… Βοήθεια… Ας μας βοηθήσει κάποιος… >>

Ο Αεσσύδος, αγνόησε την κραυγή για βοήθεια και συνέχισε να σκαρφαλώνει στο δέντρο. Δεν ήθελε να κινδυνεύσει και δεν ήταν η δική του δουλειά να πάει να βοηθήσει. Άλλωστε, ποιος ξέρει τι παγίδα μπορεί να κρυβόταν πίσω από την έκλυση για βοήθεια. Κάποιος παράνομος, πονηρός κλέφτης; Οι κυνηγοί του Σώμορτ που τον ανακάλυψαν και ήθελαν να τον αιχμαλωτίσουν; Πολύ έξυπνο κόλπο σκέφτηκε ο Αεσσύδος και έφτασε στην κορυφή του δέντρου. Ετοιμαζόταν να ρίξει μια ματιά προς το μέρος που άκουσε την κραυγή, όταν άρχισε πάλι κάποιος να φωνάζει.

<< Οράτιε σώσε μεεε… Πνίγομαιιι… Δεν αντέχω άλλο βοήθειααα… >>

<< Λιλίκα μου κρατήσου από πάνω μου. Κάποιος θα μας ακούσει. Σκέψου θετικά. Οπωσδήποτε θα γλιτώσουμεεε… >>

<< Πνιγόμαστε Οράτιε, πόσο θετικά να σκεφτώ; Βοήθειααα… Βοήθειααα… Δύο ψυχές θα τις καταπιεί το ποτάμι. Βοήθεια σώστε μας … Ας μας σώσει κάποιος… >>

<< Λιλίκα μου κουράγιο θα σωθούμεεε… Σκέψου θετικά, βοήθειααα… Σώστε μας βοήθειααα… >>

Τώρα, άκουσε δυο φωνές. Ήταν σίγουρος γι’αυτό. Άρχισε να προβληματίζεται.

<< Τι να συμβαίνει άραγε; Να είναι παγίδα, ή κάποιοι χρειάζονται βοήθεια; Και μπορώ εγώ ένας ανάπηρος γάτος να βοηθήσω; Όχι, όχι. Ας κάτσω επάνω στο δέντρο ήσυχα, χωρίς να ανακατευτώ στις υποθέσεις των άλλων. Όμως, αν όντως κάποια ζώα θέλουν βοήθεια και κινδυνεύουν; Κοίτα μπλέξιμο! Τι να κάνω; Να πάω να ρίξω μια ματιά από μακριά ή να αδιαφορήσω; >> αναρωτιόταν φωναχτά ο Αεσσύδος. Τώρα, οι κραυγές ακούγονταν πιο δυνατά και απελπισμένα.

<< Βοήθειααα… Βοηθήστε μας πνιγόμαστεεε… >>

Τότε χωρίς δεύτερη σκέψη ο Αεσσύδος, αν και φοβόταν, όρμηξε με τα ξύλα του και κατέβηκε με μια αναπνοή από το δέντρο και χοροπήδησε προς το ποτάμι.

<< Βοήθειααα… Σώσε μας καλέ μου γάτε. Μη στέκεσαι έτσι ατάραχος και μας κοιτάς σαν χαζός >> του είπε ο Οράτιος.

Έκπληκτος ο Αεσσύδος, βλέπει δυο τεράστια καφετιά σκουλήκια να αγωνίζονται να σταθούν στην επιφάνεια του νερού. Προσπαθούσαν να κρατηθούν από ένα κλαδί θάμνου, που φύτρωνε στην ακροποταμιά. Όμως λίγο λίγο το κλαδί, παρασυρόταν από το ρεύμα του ποταμού. Και αν δεν έκανε κάτι γρήγορα, το ποτάμι θα κατάπινε τα δυο τεράστια σκουλήκια. Αμέσως, μπήκε στο ποτάμι, έφτασε μέχρι την άκρη που ήταν τα δυο σκουλήκια και τους είπε να σκαρφαλώσουν επάνω στα δυο ξύλα του, για να τα βγάλει έξω από το ορμητικό νερό. Μέσα σε τρία λεπτά, όλα είχαν τελειώσει και τα σκουλήκια είχαν σωθεί. Ο Αεσσύδος συνέχισε να χοροπηδά και έφτασε μέχρι το δέντρο του. Σκαρφάλωσε γρήγορα επάνω και άφησε τα δυο σκουλήκια που έτρεμαν να ξεκουραστούν και να ηρεμήσουν.

<< Είσαστε ζωντανοί. Τώρα, μπορείτε να χαλαρώσετε. Έχει αρκετή τροφή για όλους μας εδώ επάνω. Μη φοβάστε, δεν πρόκειται να σας βλάψω. Δε σας έσωσα από το δυνατό ρεύμα του ποταμού για να σας φάω >> τους είπε ο Αεσσύδος.

<< Ευχαριστούμε! >> είπαν με μια φωνή τα δυο ταλαιπωρημένα σκουλήκια.

<< Μα καλά, τι γυρεύατε στο ποτάμι; Η φωτιά ήταν στην άλλη άκρη του δάσους και είχε αρχίσει να σβήνει >>.

Τα σκουλήκια τον κοίταξαν διστάζοντας να του απαντήσουν. Ο Αεσσύδος για ένα δευτερόλεπτο, διαισθάνθηκε ότι κάτι κρύβουν και φοβούνται να μιλήσουν. Όμως, το έδιωξε γρήγορα από τη σκέψη του λέγοντάς τους:

<< Λοιπόν, θα μου πείτε τι στο καλό κάνατε μέσα στο νερό; >>.

<< Κατ’αρχάς να γνωριστούμε. Είμαι ο Οράτιος και αυτή είναι η Λιλίκα, η δίδυμη αδελφή μου. Ερχόμαστε από τη Σκουληκοχώρα. Μπορείς να μας ξεχωρίσεις από το χρώμα του ματιού μας. Όπως βλέπεις, έχουμε ένα μάτι ο καθένας μας. Το δικό μου είναι ανοιχτό γαλάζιο και της Λιλίκας καφέ σκούρο. Είμαστε κυνηγημένοι από τη χώρα μας, γιατί γεννηθήκαμε με ένα μάτι.

Όλοι στη Σκουληκοχώρα έχουν τρία μάτια. Όποιος γεννιέται με ένα μάτι, θεωρείται βαριά ανάπηρος και σχεδόν με τη βία, ουσιαστικά, φυλακίζεται σε ίδρυμα. Όσο ζούσαν οι γονείς μας, ήμασταν προστατευμένοι. Όταν αρρώστησαν και πέθαναν, αναγκαστήκαμε να δραπετεύσουμε από τη χώρα μας, γιατί δήμευσαν την περιουσία μας, μας έδιωξαν από τις δουλειές μας και κινδυνεύσαμε να φυλακιστούμε. Κυνηγημένοι από τους διώκτες μας, κρυφτήκαμε κάτω από αυτό το κλαδί, που ήταν στην άκρη του ποταμού. Όμως, απότομα κατέβασε ο ποταμός πολύ νερό και παραλίγο να πνιγούμε. Μα, εσύ μας έσωσες και θέλουμε να γνωρίζουμε φίλε μου, πιο είναι το όνομά σου >> είπε ο Οράτιος.

<< Με λένε Αεσσύδο. Είμαι και εγώ κυνηγημένος από το χωριό μου >>.

<< Α! Και γιατί σε κυνηγούν; Τι αναπηρία έχεις; Μάλλον γιατί κουτσαίνεις από το ένα πόδι ε; Έλα, πες μας; >> τον ρώτησε με περιέργεια η Λιλίκα.

<< Δε θέλω να μιλήσω γι’αυτό Λιλίκα. Δεν είμαι ακόμα έτοιμος >>.

<< Δεν πειράζει φίλε μου. Αυτά είναι περασμένα ξεχασμένα. Εγώ και η αδελφή μου, θα σε ευγνωμονούμε για όλη μας τη ζωή. Μας έσωσες από σίγουρο θάνατο >> είπε χαμογελώντας στον Αεσσύδο ο Οράτιος.

Έτσι, ξεκίνησε η απρόσμενη και παράξενη γνωριμία τους και σε λίγο καιρό η δυνατή φιλία τους, που θα κρατούσε μια ολόκληρη ζωή.

Ήρθε ο Αύγουστος και μαζί με το καλοκαίρι, ήρθε κατακαλόκαιρο και στην καρδιά του Αεσσύδου. Ένοιωθε πολύ ωραία. Σχεδόν, έπαψε να φοβάται και προσπαθούσε να μη δίνει σημασία στις κραυγές, τα σουρσίματα και τους παράξενους και ακατανόητους θορύβους, που άκουγαν και οι τρεις τους τη νύχτα, στο απαγορευμένο δάσος.

Τα δυο αδέλφια αποφάσισαν χωρίς να τον ρωτήσουν να γίνουν η σκιά του. Οι βοηθοί του, οι φίλοι του, οι κολλητοί του. Μα ποιο πολύ, τον αγάπησαν, όταν τους είπε ότι είναι χορτοφάγος. Ο Αεσσύδος, για πρώτη φορά στη ζωή του ένοιωσε σημαντικός και άξιος να αγαπηθεί. Άρχισε δειλά δειλά να αποδέχεται τον εαυτόν του και την αναπηρία του. Μέρα με τη μέρα, δενόταν συναισθηματικά με τα δύο σκουλήκια και άρχισε λίγο λίγο, να κατανοεί μέσα στην ψυχή του την ανιδιοτελή αγάπη.

Ο Οράτιος ήταν πολύ μορφωμένος. Στη Σκουληκοχώρα ήταν διευθυντής στην κεντρική βιβλιοθήκη. Ο Αεσσύδος τον άκουγε προσεχτικά και σχεδόν καθημερινά, όλο και κάτι μάθαινε από τον σοφό φίλο του. Η Λιλίκα ήταν δασκάλα φωνητικής στη Σκουληκοχώρα. Πολλές φορές τα βράδια, λίγο πριν τους πάρει ο ύπνος, όταν επικρατούσε ηρεμία στο δάσος, τους τραγουδούσε ένα τραγούδι που το άκουγε συνέχεια από τη μάνα της, από τη μέρα που κατάλαβε τον εαυτόν της.

<< Έχω μεγάλο πόθο στην καρδιά να πάω μακριά, πολύ μακριά.

Χαμένους ήλιους θε να βρω, εγώ, που τόσο λαχταρώ,

γαλήνη να’χω στη ζωή μου να νιώσω αγάπη στην ψυχή μου.

Τους ήλιους μου απερίσκεπτα, τους άφησα στην πρώτη μου τη νιότη.

Μα ύστερα, μετάνιωσα πικρά για τούτη την αποκοτιά,

χωρίς ποτέ να υπολογίσω τον πόνο και την λησμονιά,

που ένοιωσα μες την καρδιά >>.

Η Λιλίκα τραγουδούσε πολύ γλυκά. Σαν το γάργαρο νεράκι ακουγόταν η φωνή της. Το ποιο όμορφο νανούρισμα ήταν για τον Αεσσύδο το τραγούδι της. Πόσο χαιρόταν όταν τους τραγουδούσε! Κοιμόταν ανάλαφρα και χωρίς άσχημα όνειρα. Έτσι περνούσαν τον καιρό τους στο απαγορευμένο δάσος οι τρεις φίλοι. Σχετικά ήρεμα.

{{{{{{{{{{Γ}}}}}}}}}}

Πέρασε το καλοκαίρι, ήρθε το φθινόπωρο και μετά ήρθε ο χειμώνας. Αρχές Γενάρη και άρχισε να χιονίζει. Ήταν ένας χειμώνας πολύ δύσκολος. Είχε να χιονίσει πολλά χρόνια. Ο Αεσσύδος φρόντισε να βρουν και οι τρεις τους ένα κατάλληλο δέντρο, για να προστατευτούν από την κακοκαιρία. Μια μεγάλη γέρικη βελανιδιά με πολλές εσοχές, σχεδόν αόρατες. Έπρεπε να ψάξεις πολύ το δέντρο, για να δεις ότι υπήρχαν αυτές οι κοιλότητες. Κατ’αυτόν τον τρόπο, ήταν όλοι τους ασφαλείς και προστατευμένοι. Ο δε Οράτιος εκ φύσεως αισιόδοξος, κάθε φορά που τουρτούριζαν από το κρύο, τους έλεγε:

<< Κουράγιο παιδιά. Χειμώνας είναι θα περάσει >>. Και σφύριζε ρυθμικά με τον ήχο της παγωμένης του ανάσας, δίνοντας θάρρος στους φίλους του.

Προς το τέλος του Γενάρη χιόνιζε καθημερινά. Όλα γύρω ήταν κάτασπρα. Όλα ήταν σαν να μην υπήρχαν. <<Πολύ τρομαχτικό! >> σκεφτόταν ο Αεσσύδος. Πρώτη φορά είχε δει ολόκληρο το δάσος να είναι σκεπασμένο με χιόνι. Πολλές φορές, πίστευε ότι δε θα ξυπνήσει την επόμενη μέρα. Νόμιζε πως θα παγώσει από το κρύο και θα τον βρουν η Λιλίκα και ο Οράτιος νεκρό. Χωνόταν όσο μπορούσε πιο πολύ μέσα στον κορμό της της γέρικης βελανιδιάς, κουλουριαζόταν και προσπαθούσε να ζεσταθεί όσο μπορούσε περισσότερο με το ίδιο του το σώμα.

Ήταν πολύ τυχερός, γιατί οι δυο φίλοι του φρόντιζαν και για τη δική του τροφή. Ό,τι του έδιναν, το κατάπινε αμέσως χωρίς δεύτερη κουβέντα. Η βελανιδιά έκρυβε μέσα στον κορμό της πολύ τροφή. Τα σκουλήκια, μπορούσαν να την βρουν και να την φέρουν στο φως. Ήταν πολύ δύσκολο να κατεβούν από το δέντρο και να ψάξουν για τροφή. Πολλοί κίνδυνοι καιροφυλακτούσαν στο σκοτεινό δάσος. Δεν ήθελαν να γίνουν αντιληπτοί από τους κυνηγούς του Σώμορτ και τους παράνομους.

Στα μέσα του Φλεβάρη ο καιρός άρχισε να καλυτερεύει και σταμάτησε να χιονίζει. Όμως το κρύο ήταν ακόμα τσουχτερό. Ο Αεσσύδος όταν ξημέρωνε, κατέβαινε από τη βελανιδιά και περιπλανιόταν στο δάσος, κάνοντας εξάσκηση στην άμυνα και στην επίθεση. Μαζί του αρκετές φορές, σκαρφάλωναν στα ξύλα του και τα δυο αδέλφια και τριγυρνούσαν στο δάσος, διασκεδάζοντας και τραγουδώντας. Σχεδόν ξεχνούσαν, πως το δάσος ήταν σκοτεινό και απαγορευμένο. Ο Αεσσύδος όταν η Λιλίκα σκαρφάλωνε στα ξύλα του, έκανε μια βαθιά υπόκλιση και της έλεγε: << Έλα βασίλισσα των σκουληκιών, τι περιμένεις; Δώσε την εντολή για να φύγουμε! >>. Και ο Οράτιος που είχε ήδη ανέβει, φώναζε δυνατά στον Αεσσύδο:

<< Εμπρός, γελωτοποιέ της βασίλισσας ξεκίνα! >>.

Τότε, ο Αεσσύδος χοροπηδώντας και γελώντας, χανόταν με τα ξύλα του μαζί με τους φίλους του μέσα στο απαγορευμένο δάσος.

Ένα πρωινό, αν και έκανε κρύο και όλα ήταν κάτασπρα, ξεθάρρεψαν και αφού περιπλανήθηκαν στο κατάλευκο δάσος, αποφάσισαν να πάνε λίγο πιο μακριά και να εξερευνήσουν την περιοχή γύρω από τη λίμνη. Ο Αεσσύδος χοροπηδώντας και κάνοντας πολλά ζικ ζακ ανάμεσα στα δέντρα, έφτασε στην όχθη της μεγάλης λίμνης. Το θέαμα που αντίκρισαν ήταν απερίγραπτο. Για λίγο, δε μιλούσε κανείς. Δεν είχαν ξαναδεί ποτέ στη ζωή τους τη λίμνη παγωμένη…

<< Απίστευτο! Είναι υπέροχη! Πανέμορφη! Πόσο θα ήθελα να γλιστρήσω στην επιφάνεια της λίμνης επάνω στον πάγο! >> φώναξε ενθουσιασμένος ο Αεσσύδος.

<< Μα τι λες Αεσσύδε, τρελάθηκες; Μπορεί να σπάσει ο πάγος. Θέλεις να βουλιάξουμε όλοι και να πνιγούμε; Είναι πολύ επικίνδυνο να το προσπαθήσουμε. Καλύτερα να γυρίσουμε πίσω >> είπε η Λιλίκα.

<< Μπα! Λιλίκα μου νομίζω ότι ο πάγος είναι αρκετά παχύς και μπορούμε να πάμε μέχρι και στην αντίπερα όχθη. Θα ήθελα να ξέρω τι υπάρχει από την άλλη πλευρά της λίμνης. Ίσως το δάσος να είναι πιο όμορφο >> συμπλήρωσε ο Οράτιος, με την αισιοδοξία που είχε πάντα μέσα στην ψυχή του.

Σκέφτηκε λίγο ο Αεσσύδος. Κοίταξε το απέραντο γκριζογάλανο γυαλιστερό χρώμα της παγωμένης λίμνης, εισέπνευσε τον κρύο αέρα που είχε τη μυρωδιά του βρεγμένου χώματος και τους είπε: << Λιλίκα, Οράτιε, ανεβείτε στην πλάτη μου και πιαστείτε γερά από το τρίχωμά μου. Θα είστε προστατευμένοι αν τυχόν και πέσουμε >>.

Και χωρίς δεύτερη σκέψη όρμησε, γλιστρώντας παράξενα επάνω στην παγωμένη λίμνη, λες και το έκανε αυτό σε όλη του την ζωή. Ο Αεσσύδος είχε αφεθεί να γλιστρά με τα δυο ξύλα του στον πάγο, νοιώθοντας τον παγωμένο αέρα να του χτυπά το πρόσωπο, δίνοντάς του μια πρωτόγνωρη ελευθερία. Ήταν σαν να είχε πιει το πιο γλυκό κρασί. Η Λιλίκα δε, ενθουσιασμένη και με κομμένη την ανάσα όπως ήταν γαντζωμένη από το τρίχωμα του Αεσσύδου, άρχισε να τραγουδά:

<< Α!α!α! Η λίμνη είναι θεά!

Α!α!α! Μας δίνει τα φτερά!

Α!α!α! Να πάμε πιο μπροστά!

Α!α!α! Στο δάσος με χαρά!

Α!α!α! Η λίμνη είναι θεά! Α!α!α! >>.

Γλιστρούσαν και γλιστρούσαν στον πάγο σαν μαγεμένοι. Όταν κόντευαν να φτάσουν στην απέναντι όχθη, ο Αεσσύδος άρχισε να μειώνει ταχύτητα και σε λίγο σταμάτησε εντελώς, κοιτάζοντας προς τα κάτω, παρατηρώντας την επιφάνεια της λίμνης σκεφτικός.

<< Τι έγινε Αεσσύδε; Γιατί σταμάτησες; >> ρώτησε αμέσως ο Οράτιος.

<< Αεσσύδε χρυσέ μου γιατί δε μιλάς; Με φοβίζεις >> ξαναρώτησε ο Οράτιος.

<< Κάτι δεν πάει καλά. Βλέπω κάποιες ρωγμές στον πάγο και μεγάλες κηλίδες αίματος, που φτάνουν μέχρι την όχθη >> είπε με σιγανή φωνή ο Αεσσύδος.

<< Ε… Δεν τρέχει και τίποτα, κάποιο πληγωμένο ζώο θα πέρασε τη λίμνη και θα πήγε στο δάσος. Καλύτερα νομίζω είναι να φύγουμε από εδώ. Να πατήσουμε σε στέρεο έδαφος και μετά αποφασίζουμε τι θα κάνουμε >>.

Δεν πρόλαβε να τελειώσει την φράση του ο Οράτιος και ο πάγος πίσω τους, άρχισε να τρίζει χωρίς σταματημό και να σχίζεται σε μεγάλα κομμάτια.

<< Φύγαμεεεε… Κρατηθείτεεε… >> φώναξε δυνατά ο Αεσσύδος και σχεδόν πέταξε με τα δυο ξύλα του, προς την όχθη της λίμνης.

Ίσα που πρόλαβαν να φτάσουν σε στέρεο έδαφος. Ο πάγος πίσω τους είχε σπάσει σε πάρα πολλά μικρά και μεγάλα κομμάτια. Η λίμνη ήταν απροσπέλαστη. Τώρα πλέον δεν μπορούσαν να γυρίσουν πίσω. Για δευτερόλεπτα γλίτωσαν τον πνιγμό στα παγωμένα νερά της. Καθισμένοι στην όχθη της λίμνης, σαν τους ναυαγούς που επέζησαν, κουρασμένοι και πεινασμένοι, σχεδόν σε απόγνωση, πήραν την απόφαση να συνεχίσουν την πορεία τους προς το εσωτερικό του δάσους. Εδώ, στη μέση του πουθενά δεν ήταν ασφαλείς. Με επιδέξιες και βιαστικές κινήσεις, ο Αεσσύδος άρχισε να τρέχει με τα ξύλα του. Τα αδέλφια ανεβασμένα στη ράχη του, ένοιωθαν μεγάλη σιγουριά. Είχαν αφήσει την ευθύνη της ζωής τους στη φροντίδα του Αεσσύδου.

Είχε αρχίσει να νυχτώνει όταν ο Αεσσύδος σταμάτησε το τρέξιμο και άφησε επάνω σε μια οξιά τα δυο αδέλφια. Μετά, σκαρφάλωσε κι αυτός επάνω στο δέντρο. Αμέσως και οι τρεις τους αποκοιμήθηκαν κατάκοποι. Αργά τη νύχτα ο Οράτιος σκούντηξε τον Αεσσύδο για να ξυπνήσει.

<< Τι είναι Οράτιε; Άφησέ με να κοιμηθώ, είμαι πολύ κουρασμένος >>.

<< Αεσσύδε, κάτι ακούω και φοβάμαι >>.

<< Έλα βρε Οράτιε, εσύ φοβάσαι; Το πιο ατρόμητο και άφοβο πλάσμα που έχω δει στη ζωή μου; Κοιμήσου και θα τα πούμε το πρωί >>.

Τότε, ξύπνησε η Λιλίκα και άρχισε να ψιθυρίζει σιγανά στο αυτί του Αεσσύδου.

<< Αεσσύδε, κάποιος κάνει θόρυβο. Κάποιος κλαίει σπαραχτικά. Αλήθεια σου λέω. Σταμάτα να μιλάς και άκουσε >>.

<< Ναι Αεσσύδε, τώρα άκουσα κι εγώ το κλάμα >> είπε ο Οράτιος.

Σταμάτησε τη γκρίνια ο Αεσσύδος και προσπάθησε να ακούσει. Κοίταξε τον νυχτερινό ουρανό και παρατήρησε ότι ήταν μια ξάστερη νύχτα. Μια νύχτα με πανσέληνο. Το φεγγάρι ήταν ολοστρόγγυλο, πολύ μεγάλο και έμοιαζε σαν ένα πελώριο ασημένιο πιάτο. Ανατρίχιασε. Μνήμες ήρθαν στην σκέψη του. Πανσέληνος ήταν την μέρα που δραπέτευσε από το σπίτι του, τραυματισμένος και κυνηγημένος, για το φονικό που είχε κάνει. Κούνησε το κεφάλι του δεξιά κι αριστερά μήπως και σταματήσουν οι θλιβερές σκέψεις και τέντωσε τα αυτιά του, για να ακούσει τους ήχους της νύχτας.

Στην αρχή δεν αντιλήφθηκε τίποτα. Μετά από λίγη ώρα όμως, άκουσε κλάματα και βογκητά. Πράγματι, κάποιος έκλαιγε και βογκούσε σπαραχτικά. Λες και κάποια άγνωστη δύναμη ακατανόητη από τον Αεσσύδο, τον έσπρωξε να ακολουθήσει τη φωνή και να δει ποιος κλαίει μέσα στη νύχτα.

<< Ανεβείτε επάνω μου >>, είπε ξαφνικά στη Λιλίκα και στον Οράτιο. Οι δυο τους τον άκουσαν και σκαρφάλωσαν στη ράχη του χωρίς να φέρουν αντίρρηση. Πολύ προσεκτικά, ο Αεσσύδος προσπάθησε να ακούσει μέσα στο χιονισμένο δάσος από που προερχόταν ο ήχος του κλάματος. Παρατήρησε πολλά ίχνη αίματος σαν αυτά που είχε δει στην επιφάνεια της λίμνης. Αυτόματα τα ακολούθησε, έχοντας σε επιφυλακή και εγρήγορση όλες του τις αισθήσεις.

Η νύχτα ήταν φωτεινή από το φως του φεγγαριού και το χιόνι τώρα ήταν κατακόκκινο από το αίμα. Απότομα, σταμάτησε. Πέντε μέτρα μπροστά του κάτω από έναν κέδρο, ήταν σωριασμένο ένα μεγάλο ζώο. Φαινόταν νεκρό. Επάνω στο σώμα του ήταν καρφωμένα πολλά βέλη. Κάποιος, ή κάποιοι, το είχαν δολοφονήσει. Έμεινε ακίνητος αρκετή ώρα, κοιτάζοντας με λύπη το ζώο που ήταν πεσμένο κάτω από το δέντρο. Φοβόταν να πλησιάσει, γιατί δε γνώριζε αν αυτοί που το χτύπησαν, ήταν κρυμμένοι ή είχαν φύγει.

<< Πάμε πιο κοντά >> φώναξε δυνατά ο Οράτιος.

<< Πάμε πάμε >> επανέλαβε η Λιλίκα, τρέμοντας όμως από τον φόβο της.

<< Λιλίκα, Οράτιε, είμαστε πολύ ευάλωτοι. Κινδυνεύει και η δική μας ζωή >> είπε ο Αεσσύδος.

Απότομα, το ζώο κινήθηκε. Άρχισε να βογκά να αναστενάζει λυπητερά και να λέει με σιγανή φωνή. << Βοήθεια! Βοήθεια! Βοηθήστε με! Μη φεύγετε, ελάτε κοντά μου >>.

Αμέσως ο Αεσσύδος χωρίς να φοβάται, χοροπήδησε με τα ξύλα του δίπλα στο ζώο και το κοίταξε με έκπληξη. Αυτό που αντίκρισε δεν το είχε ξαναδεί στη ζωή του. Ήταν ένα παράξενο ζώο, που έμοιαζε με άλογο. Κάτασπρο σαν το λευκό του χιονιού, πολύ όμορφο, και στην κορυφή του κεφαλιού του, ξεπεταγόταν μέσα από την πλούσια χαίτη του, ένα τεράστιο στριφογυριστό, γκρίζο γυαλιστερό κέρας.

<< Μα, τα χίλια μαργαριτάρια! Δεν πιστεύω αυτό που βλέπω! Ένας λευκός μονόκερος! Έχει στην πλάτη του και φτερά! Εδώ, κοιτάξτε! Δε φαίνονται καλά γιατί είναι τσακισμένα! Κάποιος άθλιος του τα έχει κόψει! Ο καημένος, πρέπει να υποφέρει πολύ… >> φώναξε ο Οράτιος, χοροπηδώντας επάνω στη ράχη του Αεσσύδου γεμάτος έξαψη.

Ο μονόκερος άρχισε να τραντάζεται δυνατά και να τεντώνει περίεργα το σώμα του. Πρέπει να πονούσε φριχτά, γιατί τα βέλη ήταν χωμένα βαθιά στο σώμα του. Ήταν αδύνατον να τα τραβήξει και να τα βγάλει ο Αεσσύδος. Θα του έκανε μεγαλύτερο κακό. Το πληγωμένο ζώο φαινόταν ότι ψυχοραγούσε.

Τότε, ο μονόκερος άρχισε να λέει με αδύναμη φωνή, κοιτώντας έντονα τον Αεσσύδο στα μάτια.

<<Φίλε μου ίσα που προλαβαίνεις. Δεν μπορώ μονάχη μου. Τράβηξε ένα βέλος και με αυτό χάραξε και κόψε την κοιλιά μου. Αν δεν τα καταφέρω, βοήθησέ με να βγάλω έξω από το σώμα μου την κόρη μου. Σώσε την. Σε παρακαλώ, βοήθησέ την να ζήσει. Θα την φωνάζεις με το όνομα Ηλιαχτίδα. Μετά, φρόντισε μέχρι να μεγαλώσουν τα φτερά της και το κέρας της να την προστατεύσεις από τον άρχοντα Σώμορτ. Θα είστε ασφαλείς στη χώρα της Γνώσης. Εκεί, ξέρουν τι πρέπει να κάνετε, για να επιστρέψει η Ηλιαχτίδα στον πλανήτη των μονόκερων. Είμαι η πριγκίπισσα Λούνα από το γένος των Ανούλ. Ο πρίγκιπας Έρλικ από το γένος των Ρεξ, είναι ο πατέρας της Ηλιαχτίδας. Ο Έρλικ κατάφερε και πέρασε την αστρική πύλη και πέταξε προς τον πλανήτη μας. Εμένα μου έκοψαν τα φτερά οι κυνηγοί του Σώμορτ. Γι’αυτό έμεινα πίσω και δεν κατάφερα να πετάξω. Γρήγορα γάτε μην αργείς. Σώσε την κόρη μου>> ψιθύρισε με πολύ δυσκολία ο μονόκερος στον Αεσσύδο. Μόλις που ακουγόταν η φωνή του.

<< Δεν μπορώ να το κάνω, φοβάμαι. Πραγματικά λυπάμαι πολύ. Δε φταίω εγώ γι’αυτό που σου συμβαίνει. Αν σε βοηθήσω, ο άρχοντας Σώμορτ θα ψάξει να με βρει και θα με κάνει σκόνη αν σώσω την κόρη σου. Λιλίκα, Οράτιε, Φύγαμε! >> είπε ο Αεσσύδος. Μετά σκαρφάλωσε στα ξύλα του και άρχισε να απομακρύνεται.

Δεν πρόλαβε να κάνει τρία βήματα και ακούει μια φωνή πίσω του τόσο δυνατή, που δεν πίστευε στα αυτιά του να του λέει: << Αεσσύδε, ταξιδευτή του Αληθινού Φωτός, γύρνα πίσω για να εκπληρώσεις το πεπρωμένο σου. Διαφορετικά, θα είσαι δυστυχισμένος σε όλη σου τη ζωή >>.

Ήταν η φωνή του μονόκερου. << Μα, που βρήκε τη δύναμη να φωνάξει τόσο δυνατά; Τι βλακείες είναι αυτές που λέει ο μονόκερος;>> αναρωτήθηκε ο Αεσσύδος σταματώντας απότομα. Γύρισε πίσω γρήγορα στον ετοιμοθάνατο μονόκερο, τράβηξε ένα βέλος από το σώμα του ταλαιπωρημένου ζώου και του είπε: << Πες μου, που με ξέρεις και γιατί το είπες αυτό; Αν δε μου πεις δε θα σε βοηθήσω. Λέγε αμέσως τώρα! >>.

<< Βιάσου Αεσσύδε! Πρέπει, πριν πεθάνω να γεννηθεί η κόρη μου. Διαφορετικά θα πεθάνει και αυτή μαζί μου. Γεννήθηκες για να υπηρετήσεις το Αληθινό Φως. Όταν θα αγκαλιάζεις και θα υπηρετείς το σκοτάδι, τότε θα μαραζώνεις και σχεδόν χωρίς να το καταλαβαίνεις, θα σε καταπίνει και θα κινδυνεύεις να χαθείς. Όταν σε κοίταξα στα μάτια διάβασα την ψυχή σου. Μπορώ και βλέπω εικόνες από το παρελθόν και το μέλλον των άλλων. Γι’αυτό κυνηγά εμάς τους μονόκερους ο άρχοντας των ηφαιστείων. Ο ερπετοειδής Σώμορτ, έχει την ικανότητα να βλέπει μόνο το παρελθόν. Γρήγορα Αεσσύδε! Δεν αντέχω άλλο, υποφέρω πολύ. Σώσε την κόρη μου >>.

<< Σώσε την κόρη της! >> είπαν με αγωνία τα δυο αδέλφια, που μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν γαντζωμένα στη ράχη του Αεσσύδου.

Τότε ο Αεσσύδος, τραβά δεύτερο βέλος από το σώμα του μονόκερου. Και βάζοντας όλη του τη δύναμη, με τα δύο βέλη σκίζει την κοιλιά του μονόκερου. Βόγκηξε από τον πόνο η Λούνα. Αναστέναξε βαριά, έσφιξε το σώμα της και με πολύ πόνο και κόπο έσπρωξε προς τα έξω τη νεογέννητη κόρη της. Με δάκρυα στα μεγάλα μαύρα μάτια της, που έμοιαζαν σαν δυο οπάλια, η πριγκίπισσα Λούνα κοίταξε για πρώτη και τελευταία φορά την κόρη της. Κατόπιν, είπε στον Αεσσύδο να αγγίξει το κέρας της, ψιθυρίζοντάς του κάποια λόγια στο αριστερό αυτί του.

Δευτερόλεπτα μετά, ξεψύχισε λέγοντας με τρεμάμενη φωνή, << σώσε την Ηλιαχτίδα μου ταξιδευτή του Αληθινού Φωτός >>.

Μέσα σε δύο λεπτά το σώμα της Λούνα διαλύθηκε. Έγινε λαμπερή ασημένια σκόνη και χάθηκε ψηλά στον ουρανό, προς τη μεριά του πλανήτη των μονόκερων. Δεν είχε απομείνει τίποτα από την πριγκίπισσα Λούνα. Μόνο αστερόσκονη, που άστραφτε μέσα στη νύχτα σαν εκατοντάδες πεφταστέρια.

Οι τρεις φίλοι, σοκαρισμένοι και συγκινημένοι, κοιτούσαν μια τον ουρανό και μια τον νεογέννητο μονόκερο, που ήταν μαζεμένος κουβάρι κάτω στο χιονισμένο έδαφος χωρίς να κινείται καθόλου. Όταν ο Αεσσύδος συνήλθε από την ταραχή του, πήδηξε δίπλα στο σώμα του μικρού μονόκερου και άρχισε να τον καθαρίζει, παίρνοντας χιόνι και χώμα. Ύστερα άρχισε να τον ταρακουνά δυνατά, λέγοντάς του: << Έλα Ηλιαχτίδα, προσπάθησε να σηκωθείς και να περπατήσεις. Γρήγορα, να φύγουμε από ‘δω, να βρούμε καταφύγιο ψηλά στο βουνό στις σπηλιές >>.

Η Ηλιαχτίδα άρχισε να κουνά τα πόδια της, έβηξε πολλές φορές και έφτυσε ένα αηδιαστικό γλοιώδες υγρό στο κεφάλι του Αεσσύδου. Μετά του χαμογέλασε, κάνοντας αρκετές προσπάθειες να σηκωθεί επάνω να πατήσει τα πόδια της και να περπατήσει. Κατάφερε να σταθεί όρθια, χωρίς όμως να κάνει καμιά κίνηση.

Ήταν λευκή σαν το χιόνι όπως η μάνα της. Τα μάτια της ήταν καταπράσινα. Άστραφταν και έλαμπαν μες τη νύχτα, όπως λάμπουν τα πολύτιμα σμαράγδια. Η μικρή Ηλιαχτίδα ήταν το πιο όμορφο πλάσμα που είχε δει στη ζωή του ο Αεσσύδος.

Αμέσως προσπάθησε να τη βοηθήσει μην ξέροντας και αυτός τι πρέπει να κάνει. Μονολογούσε μόνος του λέγοντας: << Κοίτα που πήγα και έμπλεξα. Υιοθέτησα έναν μικρό μονόκερο. Έγινα πατέρας χωρίς να το θέλω >>. Και άρχισε να γελά μαζί με τους φίλους του. Ήταν εντελώς ανίσχυρος απέναντι στα γεγονότα, που συνέβαιναν αυτήν τη στιγμή στη ζωή του.

<< Μη φοβάσαι φίλε μου. Άσε τα πράγματα να κυλήσουν. Θα σε βοηθήσουμε κι εμείς. Προέχει τώρα να βρούμε ένα ασφαλές μέρος να κρυφτούμε από τους κυνηγούς του σκοτεινού βασιλείου. Θα δεις, θα τα καταφέρουμε >> είπε η Λιλίκα στον Αεσσύδο, δίνοντάς του αρκετό θάρρος.

Ύστερα από πολλές ανεπιτυχείς προσπάθειες, η Ηλιαχτίδα κατάφερε να κάνει αρκετά βήματα προς το μέρος του Αεσσύδου. Ήταν τόσο αστεία! Μπερδευόταν συνέχεια με τα λεπτά μακρυά ποδαράκια της. Προσπάθησε όμως και κατάφερε να φτάσει μέχρι τον Αεσσύδο λέγοντάς του, << ει! Μανούλα κοίτα! Έμαθα να περπατώ! Γιούχου! >>. Πέφτοντας ύστερα απότομα, μπροστά στα πόδια του. Μετά από αυτό, ο Οράτιος και η Λιλίκα άρχισαν να κάνουν συνέχεια αστεία στο φίλο τους λέγοντάς του, << Αεσσύδε, η Ηλιαχτίδα νομίζει ότι είσαι η μάνα της. Οπότε, είσαι ο πρώτος αρσενικός γάτος, που έγινες χωρίς να το θες μάνα >>.

Και γελούσαν ασταμάτητα οι δυο τους. Μαζί τους γελούσε και η μικρή Ηλιαχτίδα, μην καταλαβαίνοντας τι ήθελαν να πουν τα δυο σκουλήκια. Ήταν χαρούμενη και ήθελε να περπατά συνέχεια. Της άρεσε πολύ που περπατούσε δίπλα στη μάνα της και δεν την ένοιαζε τίποτα. Όλος ο κόσμος αυτήν τη στιγμή στη ζωή της, ήταν ο Αεσσύδος ο ανάπηρος γκρίζος γάτος.

Ο Αεσσύδος στην αρχή θύμωσε με τους φίλους του και ετοιμαζόταν να τους πει άσχημα λόγια. Όμως, βλέποντας την Ηλιαχτίδα πόσο χαρούμενη ήταν και πως τον κοιτούσε με αγάπη στα μάτια, του πέρασε ο θυμός και άρχισε να αποδέχεται την καινούργια κατάσταση που επικρατούσε στην ζωή του. Ήταν μάνα και πατέρας της πριγκίπισσας Ηλιαχτίδας. Έπρεπε, αυτός να τη φροντίσει και να την προστατεύσει. Έτσι, ανέβηκε στα ξύλα του μαζί με τη Λιλίκα και τον Οράτιο λέγοντας στην Ηλιαχτίδα:

<< Ηλιαχτίδα μου, εσύ προχώρησε μπροστά κι εγώ θα σε ακολουθώ. Θα πάρουμε τον δρόμο για τις σπηλιές που είναι στο βουνό. Εκεί θα μείνουμε. Κατάλαβες; >>.

<< Μανούλα, μπορώ ν’ανέβω κι εγώ στα δυο ξύλα για να με πας εσύ; >>.

<< Όχι Ηλιαχτίδα μου. Εσύ δεν μπορείς. Θα προχωρήσεις με τα πόδια, για να εξασκηθείς στο περπάτημα >>.

Μέσα στη νύχτα, βαθιά στο απαγορευμένο δάσος πάνω στο χιόνι, με το φως του φεγγαριού, ένας μικρός λευκός μονόκερος, ένας γκρίζος γάτος πάνω σε δυο μεγάλα ξύλα, που στη ράχη του ήταν γαντζωμένα δυο τεράστια καφετιά σκουλήκια, προχωρούσαν προσεχτικά προς το βουνό. Βιάζονταν να σκαρφαλώσουν στις σπηλιές. Έπρεπε να φτάσουν εκεί όσο πιο γρήγορα μπορούσαν.

Η νύχτα ήταν πολύ επικίνδυνη και για τους τέσσερις. Όταν είχε πανσέληνο, οι κυνηγοί του σκοτεινού άρχοντα Σώμορτ, μετά τη δύση του ηλίου, έβγαιναν από τα λαγούμια τους, για να κυνηγήσουν και να αρπάξουν όποιο ζώο ήθελαν. Μόνο η ανατολή του ηλίου τους έδιωχνε πίσω στο σκοτεινό βασίλειό τους. Το φως του ηλίου ήταν θανατηφόρος εχθρός τους. Αν το φως του ηλίου έπεφτε επάνω τους, αυτοί καιγόντουσαν και έλιωναν, σαν το πυρωμένο σίδερο στο καμίνι.

Κάποια στιγμή, η Ηλιαχτίδα σταμάτησε ξαφνικά το αστείο περπάτημά της, που ποιο πολύ ήταν χοροπήδημα και έκατσε απότομα κάτω στο χιόνι λέγοντας:

<< Μανούλα μου δεν μπορώ άλλο, κουράστηκα. Θέλω να ξεκουραστώ. Πεινάω πολύ και θέλω κάτι να φάω >>.

Ο Αεσσύδος κατέβηκε αμέσως στο έδαφος. Έβαλε τα δυο ξύλα του χιαστί κάτω στο χιόνι και έσπρωξε επάνω τους την Ηλιαχτίδα. Γρήγορα τα δυο σκουλήκια, έκοψαν μερικά πολύ ευλύγιστα αλλά ανθεκτικά ξερόκλαδα από ένα δέντρο και ο Αεσσύδος έδεσε με αυτά την Ηλιαχτίδα, για να μην πέσει από τα ξύλα. Της έδωσε λίγο χιόνι αντί για νερό, της έκοψε ένα μικρό κλαράκι από ένα θάμνο και της είπε:

<< Έλα Ηλιαχτίδα μου. Έχουμε ακόμα δρόμο για να φτάσουμε στο βουνό. Κάνε υπομονή. Να, μασούλησε αυτό το νόστιμο κλαράκι και θα είσαι εντάξει. Εγώ, θα σε τραβήξω μέχρι να ξεκουραστείς >>.

<< Ω! Πολύ ωραία! >> είπε χαμογελώντας του γλυκά η Ηλιαχτίδα.

Κατ’αυτόν τον τρόπο, κατάφερε ο Αεσσύδος με πολύ κόπο να σύρει την δεμένη Ηλιαχτίδα, τραβώντας τα δυο ξύλα του προς το μέρος του βουνού. Ο Οράτιος και η Λιλίκα που τον αγαπούσαν και τον νοιάζονταν μέχρι θανάτου, του έδιναν συνέχεια θάρρος για να τα καταφέρει. Τώρα, αγάπησαν και την Ηλιαχτίδα. Πόσο χαίρονταν που είχαν αποκτήσει άλλη μια φίλη στη ζωή τους. Ήταν υπέροχο, συναρπαστικό! Αν είναι δυνατόν! Έναν μικρό μονόκερο! Η μοίρα από εδώ και πέρα, φύλαγε πολλές εκπλήξεις για τους τέσσερις φίλους. Η ζωή τους θα ήταν διαφορετική, απρόβλεπτη, περιπετειώδης. Η ξεγνοιασιά, η ανεμελιά, θα ήταν πλέον παρελθόν γι’αυτούς. Μόνο που ακόμα δεν το γνώριζαν.

Προχωρώντας αρκετή ώρα άρχισαν να ανεβαίνουν το βουνό με πολύ δυσκολία. Ο Αεσσύδος έλυσε την Ηλιαχτίδα, αφήνοντάς την να περπατά μπροστά του. Ο δρόμος ήταν δύσβατος. Είχε πέτρες βράχους και πολύ χιόνι. Ο μικρός μονόκερος συνέχεια παραπατούσε. Ήταν αδύνατον με αυτόν τον τρόπο να φτάσουν στις σπηλιές. Κάποια στιγμή, η Ηλιαχτίδα γλίστρησε και αν δεν έμπαινε μπροστά ο Αεσσύδος να την συγκρατήσει με τα δυο ξύλα του, θα είχε κουτρουβαλήσει προς τα πίσω και θα έπεφτε στο κενό. Τότε ο Αεσσύδος κοιτάζοντας τον νυχτερινό ουρανό τους είπε:

<< Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε έτσι. Ας βρούμε ένα άλλο καταφύγιο να προστατευτούμε μέχρι να έρθει η μέρα. Αν κρίνω από τ’αστέρια, μπαίνουμε στη χαραυγή. Σε λίγο θα αρχίσει να ξημερώνει >>.

Γρήγορα, χώθηκαν κάτω από τρεις βράχους αρκετά μεγάλους, ώστε η Ηλιαχτίδα να είναι προστατευμένη. Ο Αεσσύδος την έσπρωξε όσο μπορούσε, στριμώχνοντάς την στη ρίζα των βράχων. Ύστερα, έβαλε τα ξύλα του κάτω στο χιόνι για προσκεφάλι, ξαπλώνοντας για να ξεκουραστεί. Ήταν όλοι τους κουρασμένοι, πεινασμένοι, εξαντλημένοι και φοβισμένοι. Προσευχόταν ο Αεσσύδος να ξημερώσει γρήγορα. Φοβόταν πολύ τους κυνηγούς του Σώμορτ. Πριν ξεψυχίσει η Λούνα του ψιθύρισε στο αυτί κάτι που τον τρόμαξε.

<< Πρόσεχε Αεσσύδε. Τώρα η κόρη μου η πριγκίπισσα Ηλιαχτίδα, έχει εσένα και μόνο εσένα για όλη της τη ζωή φύλακα και προστάτη. Όσο είσαι ζωντανός και είσαι καλά, οι σκοτεινοί κυνηγοί δεν μπορούν να την αγγίξουν. Θέλουν να την αιχμαλωτίσουν ζωντανή. Δεν έχουν δικαιοδοσία έξω από το βασίλειό τους να την αρπάξουν ζωντανή με τη βία, όσο υπάρχει ο φύλακας της πριγκίπισσας.

Μόνο εσύ ως φύλακάς της μπορείς να την παραδώσεις και μόνο με τη θέλησή σου. Σε εμπιστεύομαι ότι θα φροντίσεις να σωθεί η κόρη μου >>.

Αυτά σκεφτόταν ο Αεσσύδος όταν ξάπλωσε να κοιμηθεί και να ξαποστάσει.

Ο Οράτιος και η Λιλίκα είχαν γίνει αυτοκόλλητοι με την Ηλιαχτίδα. Ήταν και οι δυο τους ανεβασμένοι επάνω στην κοιλιά της. Δεν πέρασε αρκετή ώρα και ο Αεσσύδος άρχισε να στριφογυρίζει επάνω στο χιόνι. Δίπλα του, όλοι τους είχαν κοιμηθεί. Ενώ προσπαθούσε να ξεκουραστεί, άρχισε να αισθάνεται πολύ ανήσυχος. Δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Έτσι, σηκώθηκε αθόρυβα, ανέβηκε στα ξύλα του, κοίταξε γύρω του με τα διαπεραστικά γατίσια μάτια του, γεμάτος ένταση και προσοχή. Καθώς παρατηρούσε, ξαφνικά, άκουσε ένα σούρσιμο και αμέσως είδε μια μαύρη σκιά να τους πλησιάζει, έρποντας επάνω στο χιόνι.

Αυτόματα ο Αεσσύδος τέντωσε όσο μπορούσε τα νύχια του και έσφιξε τα δυο ξύλα του δυνατά. Ετοιμάστηκε να αμυνθεί για τη ζωή του και τη ζωή των φίλων του, διώχνοντας από τη σκέψη του τον τρομαχτικό φόβο που άρχισε να αισθάνεται.

Τώρα η μαύρη σκιά, ήταν δέκα μέτρα μακριά τους.

Τότε ο Αεσσύδος, φώναξε με δυνατή φωνή: << Στάσου εκεί που είσαι, αλλιώς θα σε χτυπήσω! Εξαφανίσου αμέσως από δω! Μην τολμήσεις να πλησιάσεις! >>.

Απότομα, η σκοτεινή μαύρη σκιά σταμάτησε να κινείται και άρχισε να υψώνεται προς τον έναστρο ουρανό. Φτάνοντας στο ίδιο ύψος με τα ξύλα του Αεσσύδου, ακούστηκε να λέει με βροντερή και βραχνή φωνή:

<< Τρισάθλιε γάτε δώσε μου με τη θέλησή σου τον μονόκερο! Έτσι κι αλλιώς, θα σε καταβροχθίσω! Μην μπαίνεις στο δρόμο μου! >>.

<< Όχι! >> ούρλιαξε ο Αεσσύδος σφίγγοντας τα δυο ξύλα του έτοιμος για μάχη.

Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του και αμέσως η μαύρη σκιά άρχισε να ρίχνει βέλη προς τη μεριά του. Ο Αεσσύδος με τα ξύλα του, τα απέκρουε με ταχύτητα και ευλυγισία φωνάζοντας: << Φύγε από δω ερπετό! Δε σου δίνω την πριγκίπισσα Ηλιαχτίδα! Μόνο αν με σκοτώσεις θα την πάρεις! >>. Ταυτόχρονα, φώναξε στους τρεις φίλους του να προστατευτούν όσο καλύτερα μπορούσαν κάτω από τους βράχους.

Ξαφνικά, σταμάτησαν να έρχονται βέλη προς το μέρος του και η μαύρη σκιά εξαφανίστηκε. Στη θέση της όμως εμφανίστηκε μια γάτα. Ο Αεσσύδος έμεινε εμβρόντητος. Ενώ ετοιμαζόταν να πάει προς το μέρος της γάτας, για να δει ποια είναι, διαισθάνθηκε πως αν πάει κοντά της τον περιμένει μόνο ο θάνατος. Χωρίς δεύτερη σκέψη, φώναξε προς τη μεριά της:

<< Ποια είσαι γάτα; Μη με πλησιάζεις άλλο! Λέγε γρήγορα τι θέλεις από μένα και μετά εξαφανίσου! >>.

<< Αεσσύδε γιε μου δε με γνώρισες; Είμαι η μάνα σου. Μου έλειψες παιδί μου. Έλα, να φύγουμε από δω να πάμε πίσω, στο σπίτι μας. Ο Νελ είναι καλά και σε έχει συγχωρέσει. Δώσε τον μονόκερο και όλα θα γίνουν όπως ήταν πρώτα >>.

Για τρία δευτερόλεπτα μόνο, ο Αεσσύδος ταράχτηκε, νομίζοντας ότι απέναντί του ήταν η Σάρα η μάνα του.

Στο τέταρτο δευτερόλεπτο, όλο το θλιβερό παρελθόν της ζωής του, πέρασε από το μυαλό του και θόλωσε. Στο πέμπτο δευτερόλεπτο, η οργή, ο θυμός, ο πόνος και οι τύψεις, σαν τον κεραυνό, τραυμάτισαν κάθε μέρος του κορμιού του και της ψυχής του.

Και τότε ξαφνικά, συνέβη αυτό, που άλλαξε ολοκληρωτικά την οντότητα του Αεσσύδου…

Ο Αεσσύδος κραυγάζοντας δυνατά << φύγε από δω καταραμένο ερπετό! Δε σου δίνω τίποτα! >>, άρχισε να στροβιλίζεται γύρω από τον εαυτόν του σαν τη σβούρα και σώμα του έλαμψε από επάνω μέχρι κάτω. Λούστηκε στο φως. Έμοιαζε σαν ένας φωτεινός ήλιος, σκορπίζοντας γύρω του εκτυφλωτικό λευκό φως, κάνοντας τη νύχτα μέρα. Το λευκό φως του ηλίου που εξέπεμπε το σώμα του Αεσσύδου, φώτισε τα πάντα γύρω του. Φώτισε και τη μάνα του. Που βέβαια δεν ήταν η μάνα του, αλλά ο κυνηγός του σκοτεινού Σώμορτ, που χρησιμοποίησε δόλο για να του παραδώσει με τη θέλησή του ο Αεσσύδος την πριγκίπισσα Ηλιαχτίδα.

Τότε, ο διαβολικός κυνηγός γρυλίζοντας ανατριχιαστικά, άρχισε να φλέγεται σαν λαμπάδα και έγινε στάχτη, λιώνοντας επάνω στο χιόνι. Μετά από αυτό το συγκλονιστικό γεγονός ο Αεσσύδος λιποθύμησε. Όταν άρχισε να συνέρχεται, άνοιξε τα μάτια του, κούνησε τα πόδια του για να δει αν είναι ζωντανός και είπε με αδύναμη φωνή:

<< Τι έγινε; Mας χτύπησε κεραυνός; Είστε όλοι καλά; Ηλιαχτίδα μου που είσαι; Οράτιε, Λιλίκα, απαντήστε μου… >> Δεν πήρε καμία απάντηση. Αμέσως, σηκώθηκε όρθιος. Ανέβηκε στα ξύλα του και άρχισε να περπατά ανάμεσα στο χιόνι και τους βράχους, ψάχνοντας με αγωνία να βρει τους φίλους του. Προσευχόταν να είναι όλοι τους καλά.

Ξαφνικά, άκουσε τρεις φωνές να φωνάζουν << είναι καλά! >> και είδε την Ηλιαχτίδα να χοροπηδά γρήγορα προς το μέρος του λέγοντας: << Μανούλα μου είσαι καλά; Μήπως χτύπησες; Πόσο σ’αγαπώ μανούλα μου! >> Και όρμησε με δύναμη επάνω στα ξύλα του, ρίχνοντάς τον κάτω. Μετά έπεσε επάνω του, τον αγκάλιασε και του είπε:

<< Μανούλα μας έσωσες! Πόσο φοβήθηκα! >> Ύστερα, στριμώχτηκε κοντά στον Αεσσύδο περιμένοντας να την χαϊδέψει. Και όπως ο Αεσσύδος την άγγιξε στο κεφάλι, μέσα από την κάτασπρη χαίτη της ξεπετάχτηκαν τα δυο σκουλήκια φωνάζοντας:

<< Φίλε μου είσαι ζωντανός! Πόσο χαιρόμαστε! Τι ήταν αυτό που σου συνέβη; Πολύ περίεργο και παράξενο. Έπρεπε να έβλεπες τον απαίσιο κυνηγό του Σώμορτ. Κάηκε ολόκληρος και έγινε στάχτη μέσα σε ένα λεπτό! >>.

Ο Αεσσύδος νόμισε ότι έλεγαν για τον κεραυνό που τους χτύπησε και τους καθησύχασε ότι ήταν καλά και πως έπρεπε να βρουν συντομότερο δρόμο, για να φτάσουν την επόμενη μέρα στη χώρα της Γνώσης. Ήταν αδύνατον να ξαναμείνουν νύχτα στο απαγορευμένο δάσος. Στις σπηλιές δε θα ήταν προστατευμένοι. Αποφάσισαν μετά από πολλές συζητήσεις να πάνε νότια. Να φύγουν από το βουνό και το σκοτεινό δάσος και να ταξιδέψουν κατά μήκος του Φέσνικου ποταμού, που βρισκόταν στη νότια πλευρά του δάσους. Ήταν το σύνορο ανάμεσα στο απαγορευμένο δάσος των βελανιδιών και τις νότιες περιοχές. Με τους υπολογισμούς που έκαναν, το πολύ μέσα σε δεκαπέντε με δεκαοχτώ ώρες θα είχαν φτάσει στον προορισμό τους.

Καθώς πήραν τον δρόμο προς τον Φέσνικο ποταμό, ο Οράτιος ευχαριστούσε τον Θεό για τις γνώσεις που απέκτησε στη Σκουληκοχώρα όταν εργαζόταν στη βιβλιοθήκη. Είχε αποστηθίσει όλους τους χάρτες στους οποίους είχε πρόσβαση, με την ελπίδα πως κάποτε θα κατάφερνε να ταξιδέψει και να δει όλα αυτά τα υπέροχα, πανέμορφα, παράξενα και εξωτικά μέρη, τα οποία είχε γνωρίσει και είχε αγαπήσει μέσα από τα βιβλία. Σε όλη του τη ζωή διάβαζε ό,τι βιβλίο του έπεφτε στα χέρια. Ακόμα και απαγορευμένα βιβλία είχε διαβάσει. Ήταν ένα πολύ μορφωμένο σκουλήκι. Να που τώρα οι γνώσεις του χρησίμευσαν στο να σώσουν τη ζωή τη δική του και των φίλων του.

Έτσι, οι τέσσερις φίλοι πήραν το δρόμο που οδηγούσε στον Φέσνικο ποταμό, αφήνοντας πίσω τους το απαγορευμένο δάσος και τα δύσβατα χιονισμένα μονοπάτια, που οδηγούσαν στο βουνό και στις σπηλιές. Περπατώντας ασταμάτητα με σταθερό ρυθμό κατά μήκος του Φέσνικου ποταμού, με ανακούφιση παρατήρησαν ότι το τοπίο ήταν διαφορετικό. Εδώ, το χιόνι ήταν ανύπαρκτο. Οι όχθες του ποταμού ήταν γεμάτες πλατάνια, πικροδάφνες, φτελιές, μυρτιές και λεύκες.

Τέλος Φλεβάρη και ο ποταμός κατέβαζε πάρα πολύ νερό. Ήταν αδύνατον να περάσουν στην αντίπερα όχθη χωρίς βάρκα. Περπατούσαν λίγο απογοητευμένοι, ελπίζοντας ότι θα βρουν ένα γεφύρι ή κάποια βάρκα για να περάσουν απέναντι. Γιατί προς τα κει ήταν ο δρόμος τους. Σχεδόν μεσημέρι, σταμάτησαν να ξεκουραστούν στην άκρη του ποταμού. Η Ηλιαχτίδα σωριάστηκε κάτω και αμέσως αποκοιμήθηκε. Ο Οράτιος και η Λιλίκα σκαρφάλωσαν με τη βοήθεια του Αεσσύδου σε ένα δέντρο, ψάχνοντας για τροφή. Ο Αεσσύδος αφού έφαγε, αποκοιμήθηκε κι αυτός μαζί με τον Οράτιο και τη Λιλίκα δίπλα στην Ηλιαχτίδα. Μετά από αρκετή ώρα, ξύπνησαν όλοι τους απότομα, ακούγοντας γέλια, σφυρίγματα και τραγούδια.

<< Είμαι βαρκάρης θα στο πω.

Κουπιά τραβώ χωρίς σκοπό.

Γλυκιά μου θα’ρθω να σε βρω.

Για να σου πω το σ’αγαπώ.

Τριαλαλί τριαλαλό >>.

<< Τι έγινε; Τι τρέχει; Ποιος τραγουδά παράφωνα; >> ρώτησε ο Αεσσύδος κοιτάζοντας γύρω του. Αμέσως είδε μια μεγάλη βάρκα να τους πλησιάζει. Βαρκάρης ήταν ένας τεράστιος πράσινος παπαγάλος, με κίτρινο λοφίο, που σχεδόν κάλυπτε τα μαύρα μάτια του.

<< Γεια σας ταξιδιώτες μου. Προς τα που πηγαίνετε; Είμαι ο Ντινάκος. Τι μπορώ να κάνω για σας; Μάλλον θέλετε βάρκα για να περάσετε στην αντίπερα όχθη. Με ένα κομμάτι χρυσό, σε πέντε λεπτά σας έχω περάσει απέναντι >> είπε κρυφογελώντας, με τάχα σοβαρό ύφος ο παπαγάλος.

Ο Οράτιος νευρίασε με τον ξιπασμένο παπαγάλο, που ζήτησε χρυσό για να τους περάσει απέναντι. << Ευχαριστούμε πολύ κύριε Ντινάκο. Θα περπατήσουμε μέχρι να βρούμε ένα ξέβαθο και στενό πέρασμα. Δεν έχουμε καθόλου χρυσό να σου δώσουμε >> είπε ο Οράτιος με κοφτό, απότομο και σοβαρό ύφος στον παπαγάλο, που συνέχεια σφύριζε και σιγοτραγουδούσε.

<< Κύριε Σκουλήκι, δεν υπάρχει στενό πέρασμα σ’αυτόν τον ποταμό. Μόνο ένας μεγάλος καταρράκτης υπάρχει πιο κάτω, μια ώρα δρόμο. Σε τρεις μέρες δρόμο, έχει ένα στενό γεφύρι, ξύλινο και ετοιμόρροπο. Ίσως αυτό σας κάνει >> είπε ο παπαγάλος στο Οράτιο, κοιτάζοντάς τον ειρωνικά. Μετά, άρχισε να απομακρύνεται από την όχθη του ποταμού, σιγοτραγουδώντας παράφωνα το ίδιο τραγούδι, τραβώντας τα κουπιά δυνατά, κάνοντας επί τόπου αναστροφή με τη μεγάλη βάρκα του.

<< Στάσου! Στάσου κύριε Ντινάκο! Θέλουμε να φτάσουμε στη χώρα της Γνώσης πριν νυχτώσει. Μπορούμε να κάνουμε κάτι για σένα ώστε να μας περάσεις απέναντι; Δυστυχώς, χρυσό δεν έχουμε >> του φώναξε ο Αεσσύδος, σκαρφαλώνοντας στα ξύλα του, για να τον βλέπει καλύτερα.

Ο παπαγάλος απότομα σταμάτησε να τραβά τα κουπιά, κοίταξε τον Αεσσύδο και χαμογελώντας ο παμπόνηρος Ντινάκος του είπε: << Χμ! Βλέπω ότι έχεις δυο λεπτά κρανένια ξύλα, που μπορώ με αυτά να φτιάξω ωραιότατα ελαφριά και ανθεκτικά στηρίγματα, για τη βάρκα μου. Αν μου τα δώσεις, τότε θα σας περάσω απέναντι >>.

<< Έγινε! >> είπε χωρίς δεύτερη σκέψη ο Αεσσύδος.

Και του έδωσε τα δυο ξύλα του, που ήταν προέκταση του εαυτού του, με αντάλλαγμα να τους περάσει στην απέναντι όχθη του ποταμού. Μπήκαν όλοι μέσα στη μεγάλη βάρκα και χωρίς να ταλαιπωρηθούν, ο Ντινάκος σφυρίζοντας και σιγοτραγουδώντας, τους πέρασε απέναντι.

Όταν πάτησαν σε στέρεο έδαφος, πήραν το δρόμο που οδηγούσε προς τη χώρα της Γνώσης. Ήταν ένας δρόμος εύκολος στο περπάτημα, γεμάτος πυκνή βλάστηση και πολλά δέντρα. Το τοπίο ήταν διαφορετικό, σχεδόν ανοιξιάτικο. Μικρά φυτά είχαν φυτρώσει στη γη και πρασίνιζαν το χώμα. Τα δέντρα είχαν αρχίσει να ξυπνάνε από το λήθαργο του χειμώνα, απλώνοντας τα μπουμπούκια τους επάνω στα κλαδιά τους, λαχταρώντας να ξεπεταχτούν να ζωντανέψουν. Έτοιμα να ζήσουν να κάνουν τον κύκλο τους κάτω από το φως του ανοιξιάτικου ήλιου.

Καθώς προχωρούσαν, ο Αεσσύδος οσμίστηκε στον αέρα πολλές φορές τον ερχομό της άνοιξης και η ψυχή του γαλήνεψε. Ένοιωσε έστω και για λίγο ήρεμος. Είχε την ελπίδα πως φτάνοντας στην χώρα της Γνώσης, τα πράγματα ίσως θα πήγαιναν λίγο καλύτερα για όλους. Περπατώντας αρκετή ώρα, σταμάτησαν για να ξεκουραστούν. Έφαγαν μπόλικα χόρτα και μανιτάρια που φύτρωναν παντού τριγύρω τους, ξαπόστασαν και συνέχισαν την πορεία τους.

Κόντευε να δύσει ο ήλιος, όταν σε απόσταση ενός χιλιομέτρου περίπου, αντίκρισαν τα ψηλά τείχη της χώρας της Γνώσης. Τώρα πήγαιναν πιο γρήγορα. Μπροστά η Ηλιαχτίδα, πίσω ο Αεσσύδος κουτσαίνοντας και επάνω του γαντζωμένοι, η Λιλίκα και ο Οράτιος. Η Λιλίκα μουρμούριζε στο αυτί του Οράτιου κάτι ακαταλαβίστικα λόγια και αυτός συνέχεια έλεγε αμήν.

<< Μα καλά βρε Λιλίκα, τι σιγομουρμουρίζεις; Κι εσύ Οράτιε, γιατί επαναλαμβάνεις συνέχεια αμήν; >>.

<< Αεσσύδε φίλε μου είναι μια προσευχή μυστική, που πρέπει να ειπωθεί ψιθυριστά. Είναι μια απαγορευμένη προσευχή. Όταν ειπωθεί δυνατά, μπορεί να κινδυνεύσει πολύ αυτός που τη λέει και αυτός που την ακούει. Είναι μια προσευχή μόνο για τους μυημένους >> είπε η Λιλίκα.

<< Ήρθε η ώρα να μάθεις κάτι για μας Αεσσύδε >> συμπλήρωσε ο Οράτιος. Κοντοστάθηκε ο Αεσσύδος, αλλά μετά συνέχισε το περπάτημά του λέγοντας:

<< Τι πρέπει να ξέρω για σας; Χρειάζεται να μου το πείτε; Είναι δικαίωμά σας να έχετε τα μυστικά σας. Αν είναι κάτι που μπορεί να μας βλάψει, τότε να μου το πείτε. Διαφορετικά, δεν είστε υποχρεωμένοι να μου αποκαλύψετε τίποτα >>.

<< Αεσσύδε, όταν μας έσωσες στο ποτάμι, σου είπαμε τη μισή αλήθεια. Ναι, είχαμε δραπετεύσει από τη Σκουληκοχώρα για να σωθούμε. Ναι, μας κυνηγούσαν γιατί είχαμε ένα μάτι και μας θεωρούσαν ανάπηρους. Αλλά και για έναν άλλο λόγο. Ανακάλυψαν ότι ανήκουμε στην αδελφότητα της Γαλήνης. Μας μύησε κάποιος από τη χώρα της Γνώσης.

Όταν πέθαναν οι γονείς μας, ήρθε στη Σκουληκοχώρα και μας βρήκε. Έγινε δάσκαλός μας και μας μύησε στην αδελφότητα της Γαλήνης, για να μπορέσουμε να αποδεχτούμε τη διαφορετικότητά μας και να βοηθήσουμε άλλους ώστε τα βγάλουν πέρα, όταν έχουν δυσκολίες ίδιες με τις δικές μας. Τον εντόπισαν όμως και αναγκάστηκε να φύγει κρυφά από τη Σκουληκοχώρα, γιατί κινδύνευε η ζωή του. Φεύγοντας μας είπε, πως αν δυσκολέψουν τα πράγματα να φύγουμε και να πάμε να τον βρούμε στη χώρα της Γνώσης. Στην Σκουληκοχώρα όταν αποκαλυφθεί ότι κάποιος ανήκει σε οποιαδήποτε αδελφότητα, αμέσως του παίρνουν την περιουσία και τον φυλακίζουν >>.

<< Οράτιε, πες μου τι συμβαίνει και προσεύχεστε τώρα και οι δυο σας; >>.

<< Προσευχόμαστε για να πάρουμε θάρρος και κουράγιο. Θέλουμε να πιστεύουμε ότι τα πράγματα στην χώρα της Γνώσης, θα είναι ακριβώς όπως μας τα περιέγραψε ο δάσκαλος μας. Και ελπίζουμε πως θα μας δεχτούν όλους και δε θα μας φυλακίσουν, δε θα μας θανατώσουν >>.

<< Δηλαδή, θέλετε να πείτε πως όταν σας βρήκα στο ποτάμι είχατε σκοπό να φτάσετε στη χώρα της Γνώσης; >>.

<< Ναι Αεσσύδε, >> του απάντησε ο Οράτιος.

<< Ωραία! Μη στεναχωριέστε. Σε λίγο φτάνουμε στον προορισμό μας και όλοι μας θα ξέρουμε τι θα μας συμβεί >> είπε ο Αεσσύδος σκεφτικός, συνεχίζοντας να προχωρά κουτσαίνοντας προς τα τείχη.

{{{{{{{{{{Δ}}}}}}}}}}

Είχε νυχτώσει όταν έφτασαν στη χώρα της Γνώσης. Έξω από τα πανύψηλα τείχη, ο Αεσσύδος τράβηξε την Ηλιαχτίδα πίσω του και προχώρησε αυτός λίγο πιο μπροστά. Ύστερα χτύπησε με δύναμη τη μεταλλική πόρτα, με τα τεράστια παράξενα καρφιά που ήταν καρφωμένα επάνω στην πύλη της εισόδου φωνάζοντας:

<< Φρουρέ! Άνοιξέ μας να μπούμε μέσα! Είμαστε ταξιδιώτες και θέλουμε να επισκεφτούμε τη χώρα της Γνώσης >>.

Τότε, ακούστηκε ένας θόρυβος από ψηλά, ένα μικρό παράθυρο άνοιξε στο επάνω μέρος της πύλης και από εκεί, πρόβαλε το κεφάλι ενός γερακιού. Αφού τους κοίταξε προσεχτικά αρκετή ώρα, τους είπε:

<< Κανείς δεν μπαίνει και δε βγαίνει τη νύχτα από τη χώρα της Γνώσης. Περιμένετε να ξημερώσει. Με το πρώτο φως του ηλίου, η πύλη θα ανοίξει και τότε θα μπορέσετε να περάσετε μέσα >>. Ύστερα το γεράκι έκλεισε με δύναμη το παράθυρο και εξαφανίστηκε.

Ο Αεσσύδος δεν είχε χρόνο για χάσιμο. Το μυαλό του πήρε χίλιες στροφές. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Αν έμεναν άλλη μια νύχτα έξω από τα τείχη, ποιος ξέρει τι τους περίμενε από τους κυνηγούς του σκοτεινού Σώμορτ. Καλύτερα μέσα από τα τείχη και ας είναι φυλακισμένοι. Αμέσως ξαναχτύπησε την πύλη λέγοντας:

<< Γεράκι άνοιξέ μου! Είμαι ο Αεσσύδος ο γκρίζος γάτος από το βόρειο Λακατενάλο. Φύλακας και προστάτης της πριγκίπισσας Ηλιαχτίδας. Είναι η κόρη του πρίγκιπα Έρλικ από το γένος των Ρεξ, που κυβερνά τους μονόκερους και της πριγκίπισσας Λούνα από το γένος των Ανούλ. Μαζί μου ταξιδεύουν και δυο σκουλήκια. Ο Οράτιος και η Λιλίκα. Ανήκουν στην αδελφότητα της Γαλήνης. Πρέπει να μας ανοίξεις να μπούμε μέσα, γιατί μας ψάχνουν οι κυνηγοί του σκοτεινού βασιλείου. Παραλίγο χθες βράδυ να μας πιάσουν. Έπεσε όμως ένας κεραυνός και έτσι γλυτώσαμε >>. Δεν πήρε καμία απάντηση ο Αεσσύδος.

Πέρασε σχεδόν μισή ώρα και το γεράκι δεν ξαναφάνηκε. Ο Αεσσύδος άρχισε να απελπίζεται. Ετοιμαζόταν να φωνάξει και πάλι στο γεράκι, όταν ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος και η μεγάλη πύλη άνοιξε. Το γεράκι βγήκε έξω μαζί με έναν αετό. Στον λαιμό των πουλιών, κρεμόταν ένα μαύρο, παράξενο, στρογγυλό μεταλλικό κόσμημα, με μια έντονη κατακόκκινη πέτρα στο κέντρο. Κοίταξαν προσεχτικά τον Αεσσύδο, τη Λιλίκα, τον Οράτιο και μετά, το βλέμμα τους στράφηκε στη μικρή Ηλιαχτίδα, η οποία δεν είχε ξαναδεί στη ζωή της γεράκι και αετό και τους κοιτούσε με έκπληκτα ορθάνοιχτα μάτια.

<< Εμπρός! Περάστε μέσα γρήγορα! >> τους είπαν το γεράκι και ο αετός και μετά εξαφανίστηκαν πίσω από τη μεγάλη πύλη. Αμέσως ο Αεσσύδος έσπρωξε μέσα την Ηλιαχτίδα και πέρασε και αυτός μαζί με τα σκουλήκια την πανύψηλη μεταλλική πόρτα. Μπαίνοντας μέσα, ο Αεσσύδος άκουσε με ανακούφιση τον δυνατό θόρυβο που έκανε η πύλη της εισόδου, όταν έκλεινε πίσω τους. Πόσο χαιρόταν! Επιτέλους! Μετά από πολύ καιρό αισθάνθηκε ασφαλής.

<< Θεέ μου σ’ευχαριστώ! >> είπε μέσ’ απ’τα δόντια του, προχωρώντας προς τα εμπρός, με την Ηλιαχτίδα δίπλα του και τα δυο σκουλήκια γαντζωμένα στη ράχη του. Ο Αεσσύδος περπατούσε έχοντας τις αισθήσεις του σε εγρήγορση, κοιτώντας γύρω του, μη γνωρίζοντας προς τα που να πάει.

<< Πολύ περίεργο. Αυτή είναι η χώρα της Γνώσης; Εντελώς άδεια και σχεδόν παντού σκοτεινή >> αναρωτήθηκε φωναχτά ο Αεσσύδος. Βέβαια ήταν νύχτα. Δεν υπήρχε κανείς τριγύρω. Μπροστά τους διέκριναν ένα μικρό μονοπάτι, που ελάχιστα φαινόταν, γεμάτο με πυκνή ομίχλη. Ένα ισχνό φως από το πουθενά, ίσα που φώτιζε τα βήματά τους. Στην πραγματικότητα δεν έβλεπες τίποτα. Ο Αεσσύδος έστριψε το κεφάλι του προς τα πίσω, μήπως δει το γεράκι και τον αετό και τους ρωτήσει προς τα που να πάνε. Δεν είδε τίποτα. Μόνο ομίχλη. Δεν υπήρχε κανείς και τίποτε. Δεν ακουγόταν κανένας θόρυβος. Μα ήταν δυνατόν η χώρα της Γνώσης να είναι μια έρημη χώρα;

Τότε μέσα στην ομίχλη, διέκρινε ένα μικρό κτίριο. Μια μεγάλη ξύλινη πινακίδα, ήταν καρφωμένη επάνω από την είσοδο του κτιρίου.

Η πινακίδα έγραφε, ~ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ~.

Αμέσως πλησίασε το κτίριο, άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα. Μαζί του μπήκε και η Ηλιαχτίδα. Το κτίριο ήταν μικρό, με δυο συνεχόμενα δωμάτια χωρίς παράθυρα. Στα δωμάτια δεν υπήρχε κανείς και τίποτα. Όμως στο κέντρο του μπροστινού δωματίου εκεί που τώρα βρισκόταν ο Αεσσύδος, υπήρχε μόνο ένα μαύρο στρογγυλό σκαμνί, που στριφογύριζε συνέχεια.

<< Αυτό κι αν είναι παράξενο! Δε μου λες Οράτιε, τι πιστεύεις γι’αυτό που βλέπουμε; Είναι δυνατόν η χώρα της Γνώσης να είναι μια ομιχλώδης έρημη χώρα; Που είναι οι κάτοικοί της, τα κτίρια, οι δρόμοι, τα δέντρα της, τα φυτά της; >> Τότε πετάχτηκε η Λιλίκα και του απάντησε:

<< Αεσσύδε, ίσως θα πρέπει να περιμένουμε να ξημερώσει. Μπορεί εδώ σ’αυτήν τη χώρα να κοιμούνται πολύ νωρίς >>.

<< Δε νομίζω να είναι έτσι. Ο Ιερεμίας ο δάσκαλός μας, όταν δραπέτευσε από τη Σκουληκοχώρα, θυμάμαι πολύ καλά τι μας είχε πει λίγο πριν φύγει: <<Μόνο όταν θα είστε έτοιμοι θα μπορέσετε να κατοικήσετε στη χώρα της γνώσης. Να θυμάστε, ότι αυτό είναι πολύ σημαντικό>>. Μάλλον δε θα είμαστε έτοιμοι ακόμα, γι’αυτό δε βρίσκουμε κανέναν >> είπε ο Οράτιος.

<< Μα τι λες Οράτιε; Είναι δυνατόν μετά απ’ότι περάσαμε; Είμαστε απολύτως έτοιμοι. Ακούστε τι γίνει. Θα περάσουμε τη νύχτα εδώ μέσα, θα ξεκουραστούμε και το πρωί σκεφτόμαστε τι θα κάνουμε >> τους είπε η Λιλίκα.

Αποφάσισαν τελικά να περάσουν εκεί τη νύχτα. Και ενώ ετοιμάζονταν να κοιμηθούν, η Ηλιαχτίδα άρχισε να λέει, << μανούλα μου, εγώ θέλω να κάτσω σ’αυτό που γυρίζει γύρω γύρω >>. Και χωρίς δεύτερη κουβέντα, έκατσε επάνω στο μαύρο στρογγυλό περιστρεφόμενο σκαμνί. Δεν πρόλαβε να της πει όχι ο Αεσσύδος. Έκανε τρεις γύρους καθισμένη στο σκαμνί και μετά εξαφανίστηκε από μπροστά τους. Το σκαμνί έμεινε άδειο, συνεχίζοντας όμως να στριφογυρίζει ασταμάτητα.

<< Ηλιαχτίδα μου που είσαι; >> φώναξαν με αγωνία και οι τρεις τους.

Τότε αστραπιαία ο Αεσσύδος μαζί με τα δυο σκουλήκια που ήταν γαντζωμένα επάνω του, έκατσε στο μαύρο σκαμνί και άρχισε να στριφογυρίζει γύρω γύρω.

Δεν πρόλαβε να σκεφτεί πολλά πράγματα εκείνη τη στιγμή. Βρέθηκε να είναι καθισμένος μέσα σε ένα τετράγωνο κρυστάλλινο διάφανο κουτί, σχεδόν στο ύψος του. Φοβισμένος, ετοιμάστηκε να σπάσει με τη δύναμη του σώματός του το κρυστάλλινο κουτί, που ήταν παγιδευμένος, όταν αυτό άρχισε να τραντάζεται επάνω κάτω και μετά να κινείται με μεγάλη ταχύτητα προς τα εμπρός.

Ο Αεσσύδος, η Λιλίκα και ο Οράτιος, μέσα σε έναν κρυστάλλινο θάλαμο, ουσιαστικά ταξίδευαν προς το εσωτερικό της χώρας της Γνώσης. Κάποια στιγμή, ο κρυστάλλινος θάλαμος άρχισε να μειώνει ταχύτητα και σταμάτησε να κινείται. Ο Αεσσύδος σηκώθηκε όρθιος να δει που βρίσκεται. Τότε ξαφνικά, ένα εκτυφλωτικό φως που έμοιαζε με ήλιο, φώτισε τον κρυστάλλινο θάλαμο. Η Λιλίκα και ο Οράτιος τρόμαξαν και δεν άντεξαν να αντικρίσουν τόσο δυνατό φως. Ήταν σαν να κοιτούσαν τον ήλιο.

Αμέσως έκλεισαν το μάτι τους για να μην τυφλωθούν, φωνάζοντας δυνατά στον Αεσσύδο << κλείσε τα μάτια σου! >>. Ο Αεσσύδος όμως δεν ενοχλήθηκε καθόλου από το εκτυφλωτικό φως του ήλιου. Το κοίταξε χωρίς να τυφλωθεί να αγχωθεί ή να τρομάξει. Αισθάνθηκε πολύ ωραία με αυτό το φως που έλουζε το κρυστάλλινο κουτί. Σαν να έπαιρνε ψυχική δύναμη. Ήταν μια πρωτόγνωρη εμπειρία. Μετά από λίγο, το φως σιγά σιγά έσβησε και η μπροστινή πλευρά του του κρυστάλλινου θαλάμου άνοιξε, χωρίς να ακουστεί κανένας θόρυβος.

Ο Αεσσύδος βγήκε έξω γρήγορα και κοίταξε γύρω του. Ήταν μια νύχτα χωρίς ομίχλη. Το ελαφρύ αεράκι που φυσούσε μύριζε τριαντάφυλλο. Μπροστά του έβλεπε έναν δρόμο φωτισμένο δεξιά και αριστερά, με ένα υπέροχο λαμπερό γαλάζιο φως. Άρχισε να περπατά προσπαθώντας να διακρίνει αν υπήρχαν κάτοικοι και κτίρια. Δεν πρόλαβε να περπατήσει αρκετή ώρα και είδε από μακριά την Ηλιαχτίδα να έρχεται χοροπηδώντας προς το μέρος του φωνάζοντας:

<< Μανούλα μου ήρθες! Πόσο χαίρομαι! Είναι πολύ ωραία εδώ! >>.

Πίσω της προχωρούσαν αργά, ένα τεράστιο πορτοκαλί σκουλήκι με ένα μάτι και ένας μικρός κατάξανθος σκύλος. Ο Αεσσύδος σταμάτησε να περπατά και η Ηλιαχτίδα έπεσε επάνω του γελώντας.

Ο Οράτιος και η Λιλίκα κατέβηκαν γρήγορα από τη ράχη του Αεσσύδου και έτρεξαν προς το πορτοκαλί σκουλήκι, φωνάζοντας δυνατά << Ιερεμία… Ιερεμία… ήρθαμε... >>, πέφτοντας στην αγκαλιά του κλαίγοντας. << Καλώς τους! Καλώς τους! Λιλίκα, Οράτιε, καλωσορίσατε! >> τους είπε ο Ιερεμίας, το πορτοκαλί σκουλήκι με το ένα μάτι. Ο Αεσσύδος είχε μείνει ακίνητος και χάιδευε το κεφάλι της Ηλιαχτίδας, κοιτώντας τα τρία σκουλήκια που έκλαιγαν και γελούσαν ταυτόχρονα.

Δίπλα του τώρα, στεκόταν ο κατάξανθος σκύλος.

<< Γεια σου Αεσσύδε, είμαι ο Λύσανδρος. Καλωσόρισες στη χώρα της Γνώσης. Για λίγο καιρό, μέχρι να μάθεις τα κατατόπια εδώ, θα είμαι ο οδηγός σου και ο σύμβουλός σου. Αυτή είναι η δουλειά μου >>.

<< Λύσανδρε, σ’ευχαριστώ πολύ. Όμως εγώ είμαι με την Ηλιαχτίδα. Είναι σαν κόρη μου. Οπουδήποτε πάω εγώ, θα έρθει και αυτή μαζί μου. Είμαι προστάτης και φύλακας της πριγκίπισσας >> του είπε ο Αεσσύδος.

Ύστερα του έδειξε το μπροστινό αριστερό πόδι του, που επάνω είχε το σημάδι από ένα ανοιγμένο τριαντάφυλλο. Ήταν το σημάδι που άφησε το κέρας της Λούνα όταν ο Αεσσύδος το άγγιξε. Η Λούνα του είχε πει ότι αυτό θα ήταν η απόδειξη και το εισιτήριό, για την είσοδό του στη χώρα της Γνώσης. Αυτός και μόνον αυτός θα ήταν ο φύλακας της πριγκίπισσας Ηλιαχτίδας, για όλη του τη ζωή.

<< Εντάξει Αεσσύδε, ακολουθήστε με. Εσύ και η κόρη σου δε θα χωριστείτε >>.

Έτσι, οι τέσσερις φίλοι μαζί με τον Ιερεμία και τον Λύσανδρο, προχώρησαν καλοδεχούμενοι προς τη χώρα της Γνώσης.

Αρχές Αυγούστου και όλοι οι κάτοικοι έκαναν προετοιμασίες, για τη μεγάλη γιορτή της μέρας της ανεξαρτησίας της χώρας της Γνώσης. Οι τέσσερις φίλοι αποφάσισαν πριν από έξι μήνες να μείνουν όλοι μαζί σε ένα σπίτι. Όλοι τους επέλεξαν τα ίδια μαθήματα, την ίδια αδελφότητα. Την αδελφότητα της Γαλήνης.

Σε τούτη τη χώρα δεν ήταν υποχρεωτική η μάθηση, ούτε και η ένταξη κάποιου σε οποιαδήποτε αδελφότητα. Όμως, υπήρχε ένας άγραφος νόμος τιμής και ευαισθησίας, για όλους. Μικροί, μεγάλοι, ήταν δια βίου μαθητές. Ποτέ δε σταματούσαν να μαθαίνουν. Είτε ήσουν σκουπιδιάρης, είτε ήσουν δάσκαλος, συνέχιζες να είσαι μαθητής. Ο καθένας μάθαινε ανάλογα με τις επιθυμίες του, τα ταλέντα του και το πνευματικό επίπεδο που βρισκόταν. Η ανεξιθρησκία στη χώρα της Γνώσης ήταν δεδομένη.

Δεν υπήρχαν καλοί ή κακοί μαθητές. Όλοι είχαν τις ίδιες ευκαιρίες να μορφωθούν και να προοδεύσουν. Κανείς δεν ήταν απορριπτέος. Όταν κάποιος δεν τα κατάφερνε στα μαθήματά του, προσπαθούσε ξανά και ξανά. Στη χώρα της Γνώσης τα βραβεία δίνονταν στους αριστούχους και σ’αυτούς που τα κατάφεραν μετά από πολλές αποτυχίες. Ουσιαστικά δεν υπήρχαν απόφοιτοι.

Εργάζονταν και αμείβονταν με τη μέθοδο της ανταλλαγής. Ο ένας έδινε γνώσεις και ο άλλος έδινε προϊόντα, ή προσφορά εργασίας και το αντίστροφο. Νομίσματα δεν υπήρχαν. Το μόνο νόμισμα που υπήρχε ήταν το χρυσό, που ήταν όμως σπάνιο και δυσεύρετο. Τα σπίτια τους και τα διάφορα κρατικά κτίρια ήταν απλά, λιτά, πρακτικά, κατασκευασμένα σύμφωνα με τις ανάγκες των κατοίκων. Το ίδιο και τα δέντρα, τα λουλούδια, τα διάφορα φυτά. Παντού, φυτεμένα με αρμονία και ισορροπία. Όλοι στη χώρα της Γνώσης ήταν αυστηρά χορτοφάγοι.

Η μετακίνησή τους γίνονταν με τετράγωνους μικρούς ή μεγάλους κρυστάλλινους θαλάμους. Έπαιρναν ενέργεια και λειτουργούσαν τα μηχανήματά τους από έναν κεντρικό κρύσταλλο, που βρισκόταν στο πιο ψηλό σημείο της χώρας. Ο κεντρικός κρύσταλλος φυλασσόταν από τα γεράκια και τους αετούς. Οι αετοί εκτός των άλλων, ήταν κατασκευαστές και συντηρητές ειδικών κρυστάλλων. Η τεχνολογία των κρυστάλλων, δόθηκε στα ζώα από έναν *Λαμπερό*, με την προϋπόθεση και την υπόσχεση να χρησιμοποιηθεί για το καλό των ζώων. Αλλά και για την προστασία τους από τον σκοτεινό άρχοντα Σώμορτ.

Τα γεράκια και οι αετοί, ήταν ο στρατός και η αστυνομία στη χώρα της Γνώσης. Φυλακές δεν υπήρχαν. Όποιος παρέβαινε κάποιο νόμο και τον έκρινε η κεντρική εξουσία ένοχο, του δινόταν μια ευκαιρία, για να επανορθώσει. Αν αποτύγχανε και είχε πάλι παραβατική συμπεριφορά, απλά εξοριζόταν έξω από τα τείχη της χώρας. Όταν όμως κάποιο ζώο δολοφονούσε άλλο ζώο, αυτόματα χωρίς δεύτερη ευκαιρία, εξοριζόταν από τη χώρα.

Το μοναδικό όπλο που υπήρχε στη χώρα της Γνώσης ήταν το *ρούμπεν*. Φτιαγμένο από ανθεκτικό μέταλλο μαύρου χρώματος. Είχε στρογγυλό σχήμα, έμοιαζε με μικρό δίσκο και είχε δυο όψεις. Στη μια όψη του όπλου που ήταν λεία, υπήρχε ένα μικροσκοπικό ρουμπίνι, ακριβώς στο κέντρο του δίσκου. Από το κέντρο του ρουμπινιού ενεργοποιούνταν η λευκή θανατηφόρος ακτίνα, που διέλυε τους ερπετοειδείς κυνηγούς. Και στην άλλη όψη που ήταν ανάγλυφη, υπήρχαν μικρές τρύπες. Από εκεί τα γεράκια και οι αετοί, έριχναν μικροσκοπικά βέλη, που είχαν ναρκωτική ουσία. Το όπλο αυτό το είχαν μόνιμα κρεμασμένο στον λαιμό τους τα γεράκια και οι αετοί. Για να μπορείς να έχεις ένα τέτοιο όπλο στη χώρα, έπρεπε να βγάλεις ειδική άδεια.

Ο Αεσσύδος είχε μείνει άναυδος με αυτά που έβλεπε και βίωνε στη χώρα της Γνώσης. Πολλές φορές προβληματιζόταν και αναρωτιόταν πως γίνεται να μην υπάρχει αυτός ο τρόπος ζωής, αυτή η κοινωνία και έξω από τα ψηλά τείχη. Υπήρχαν μέρες που έβλεπε ζώα να έρχονται μόνο για μια μέρα στη χώρα της Γνώσης και να φεύγουν. Και είχαν υπάρξει στιγμές που είχε δει πολυμελείς οικογένειες να φεύγουν από τη χώρα της Γνώσης, για να ζήσουν έξω από τα τείχη. Όταν ρώτησε γιατί αυτές οι οικογένειες φεύγουν, του απάντησε ο Λύσανδρος:

<< Αεσσύδε, αυτά τα ζώα αρνούνται να εφαρμόσουν τον νόμο για τον έλεγχο των γεννήσεων. Οπότε πρέπει να φύγουν από τη χώρα της Γνώσης. Εδώ, για να επιβιώσουν και να ζευγαρώσουν ζώα από διαφορετικό είδος το καθένα, χρειάζεται αυστηρός έλεγχος των γεννήσεων και σωστός συνεχόμενος προγραμματισμός. Με απλά λόγια, η κάθε οικογένεια προγραμματίζει να κάνει μέχρι τρία παιδιά αν θέλει να ζήσει εδώ. Διαφορετικά, πρέπει να φύγει από τη χώρα της Γνώσης >>.

Δεν ήταν ένα μόνο ζώο στην κεντρική εξουσία της χώρας. Υπήρχε μια επιτροπή από δέκα διαφορετικά ζώα. Αυτή η επιτροπή άλλαζε κάθε δυο χρόνια, κατόπιν ψηφοφορίας. Εκείνο που είχε κάνει πολύ εντύπωση στον Αεσσύδο ήταν η απίστευτη αλληλεγγύη και αλληλοβοήθεια, που υπήρχε μεταξύ των κατοίκων. Το νοσοκομείο των ζώων ήταν μονίμως ανοιχτό. Η περίθαλψη ήταν απλόχερα δοσμένη σε όλα τα ζώα, ανεξαρτήτως προέλευσης, ηλικίας και εργασίας. Κανείς ποτέ δε ρώτησε τον Αεσσύδο από που ήρθε και πιο ήταν το παρελθόν του. Περπατούσε άνετα, φορώντας στο πίσω πόδι του έναν ειδικό ξύλινο μηχανισμό, που τον βοηθούσε να κουτσαίνει λιγότερο. Δεν αισθανόταν άσχημα, ούτε κατώτερος από τους άλλους.

Όταν όμως ήθελε να γυμναστεί ή να τρέξει, άφηνε κάτω τον μηχανισμό και έπιανε τα καινούρια ξύλα του. Ο Λύσανδρος του είχε κάνει δώρο δυο υπέροχα, πανύψηλα, λεπτοκαμωμένα μεταλλικά κοντάρια, που ήταν φτιαγμένα από ένα εξαιρετικά ελαφρύ, ευλύγιστο και ανθεκτικό υλικό, που εξωτερικά έμοιαζε με ξύλο. Μπορούσε να κινηθεί καλύτερα με τα καινούρια ξύλα του και χαιρόταν πολύ γι’αυτό.

Γράφτηκε στη τάξη των μαθημάτων *Γνώρισε τον εαυτό σου*, γιατί ούτε και αυτός ήξερε ποιος ήταν πραγματικά. Ήταν ο γάτος δολοφόνος που το έσκασε μια νύχτα κυνηγημένος από το βόρειο Λακατενάλο; Ήταν ο φιλεύσπλαχνος γάτος που έσωσε τους φίλους του και τους οδήγησε στη χώρα της Γνώσης;

Δίπλα του, η Ηλιαχτίδα. Είχε μεγαλώσει αρκετά, είχε ομορφύνει ακόμα περισσότερο και τα φτερά της ήταν έτοιμα, ώστε να αρχίσει να εξασκείτε στο πέταγμα. Το κέρας της ήταν το ίδιο με της μάνας της. Μεγάλο, στριφογυριστό, γυαλιστερό γκρίζο.

Στα μαθήματα της τάξης *Γνώρισε τον εαυτό σου*, η Ηλιαχτίδα αποδεχόταν τον ρόλο που είχε ο Αεσσύδος στη ζωή της. Τον λάτρευε και τον αγαπούσε πολύ. Αν και γνώριζε την αληθινή καταγωγή της, ο Αεσσύδος ήταν γι’αυτήν μάνα, πατέρας, σύντροφος. Καμιά σημασία δεν έδινε στην αναπηρία του. Και δεν την ένοιαζε καθόλου, ποια ήταν η καταγωγή του.

Αναρωτιόταν συνέχεια, αν θα μπορούσε ένας γάτος να ερωτευτεί έναν μονόκερο. Η καρδιά της χτυπούσε πολύ γρήγορα από την αγωνία, όταν κάποια γάτα πλησίαζε τον Αεσσύδο και του ζητούσε να γίνει το ταίρι του. Όταν ο Αεσσύδος αρνούνταν ευγενικά και η γάτα έφευγε, τότε ηρεμούσε και χαμογελούσε η ψυχή της Ηλιαχτίδας. Με τον καιρό, κατάλαβε ότι τον αγαπούσε με πάθος. Ήθελε να ζήσει μαζί του στη χώρα της Γνώσης. Στεναχωριόταν πολύ όταν σκεφτόταν πως σε λίγο καιρό, θα έπρεπε να φύγει για τον πλανήτη των μονόκερων. Αρκετές φορές όταν δεν την έβλεπαν, έκλαιγε με λυγμούς. Δεν άντεχε να τον αποχωριστεί για πάντα.

Τον κοιτούσε στα μάτια, προσπαθώντας να διαβάσει τις σκέψεις του να δει τι αισθανόταν γι’αυτήν να μάθει κάτι από το παρελθόν του ή το μέλλον του. Όμως δεν τα κατάφερνε ποτέ. Το μόνο που έβλεπε στα μάτια του Αεσσύδου, ήταν ένα φως που έλαμπε σαν τον ήλιο. Στο τέλος τα παράτησε. Το πήρε απόφαση ότι δεν μπορούσε να διαβάσει τις σκέψεις του, ούτε να δει το μέλλον του πολυαγαπημένου της Αεσσύδου.

Ωστόσο, δε φανταζόταν η Ηλιαχτίδα τι ένοιωθε ο Αεσσύδος βλέποντάς την να διασκεδάζει με τα άλογα. Του ανέβαινε το αίμα στο κεφάλι. Θύμωνε και ζήλευε πολύ. Ήθελε να τρέξει κοντά της και να την τραβήξει μακριά από τα πανέμορφα άλογα. Λαχταρούσε να την κρατήσει στην αγκαλιά του να της εκφράσει τον ερωτά του και να την κάνει ταίρι του. Την αγαπούσε τόσο, που θα θυσίαζε στη στιγμή τη ζωή του για να την προστατεύσει. Όταν όμως κοιτούσε προς τα κάτω και έβλεπε την αναπηρία του, σκεπτόμενος ποια είναι η καταγωγή της αγαπημένης του, μαύριζε η ψυχή του.

Για τον Αεεσύδο ήταν ένας έρωτας χωρίς μέλλον. Δεν προσδοκούσε τίποτα…

Η Λιλίκα και ο Οράτιος το βράδυ που έφτασαν στη χώρα της Γνώσης, αποκάλυψαν στον Αεσσύδο ότι ο δάσκαλός τους ο Ιερεμίας ήταν θείος τους. Αδελφός της μάνας τους. Η μάνα τους πριν παντρευτεί ζούσε στη χώρα της Γνώσης. Όταν ερωτεύτηκε τον πατέρα τους τον ακολούθησε στη Σκουληκοχώρα. Η Λιλίκα γράφτηκε στα μαθήματα φωνητικής, για να εξασκηθεί ακόμα καλύτερα στο τραγούδι. Μάθαινε φλάουτο, γιατί ήθελε να γίνει μέλος σε μια μικρή ορχήστρα που της άρεσε πολύ.

Ο Οράτιος από την αρχή άρχισε να εργάζεται στη μεγάλη βιβλιοθήκη της χώρας. Μελετούσε συνέχεια. Καθημερινά μάθαινε καινούργια πράγματα. Όταν πήγαινε στο σπίτι τους, ό,τι διάβαζε το μετέδιδε με το δικό του τρόπο στους φίλους του. Πήγαινε και ο Αεσσύδος στη βιβλιοθήκη, για να μαθαίνει ο,τι είχε σχέση με τ’αστέρια του σύμπαντος, τα ταξίδια σε άλλους πλανήτες και κυρίως για τον πλανήτη των μονόκερων. Καθημερινά έκανε εξάσκηση, στην άμυνα και στην επίθεση με τα καινούρια ξύλα του.

Αρκετές φορές, οι τρεις φίλοι τις νύχτες, μαζί με άλλα ζώα, έκαναν βόλτες και διασκέδαζαν στους δρόμους της πόλης.

Το Ρόδο ήταν η μοναδική πόλη στη χώρα της Γνώσης. Είχε πάρει το όνομά της από τα τριαντάφυλλα που καλλιεργούσαν οι κάτοικοί της. Υπήρχαν παντού τριαντάφυλλα. Ό,τι χρώμα μπορούσες να φανταστείς. Άσπρο, κόκκινο, κίτρινο, γαλάζιο, μαύρο, πορτοκαλί, τυρκουάζ, ροζ. Από το πουθενά, ξαφνικά έβλεπες μπροστά σου τριαντάφυλλα σε όποια απόχρωση μπορούσες να σκεφτείς. Οι μυρωδιές τους δε, ήταν ευωδιαστές και εκλεπτυσμένες.

Τα τριαντάφυλλα δεν τα χρησιμοποιούσαν μόνο για καλλωπιστικούς σκοπούς. Ήταν σημαντικό τρόφιμο της διατροφής τους. Τα έβαζαν σε φαγητά, γλυκά, ποτά, αρώματα, καλλυντικά, φάρμακα. Άλλα και όπου αλλού μπορούσες να φανταστείς. Οι τέσσερις φίλοι είχαν βρει ένα όμορφο μαγαζί και καθημερινά πήγαιναν για φαγητό. Ο Αεσσύδος ήταν ενθουσιασμένος με τις αλμυρές πίτες από τριαντάφυλλο. Ήταν το αγαπημένο του φαγητό. Στο μαγαζί που πήγαιναν, δούλευε ο Γεράσιμος ο αρκούδος, μαζί με τη γυναίκα του τη Μίτση την αλεπού. Η πανέξυπνη Μίτση, ήταν η πιο φημισμένη μαγείρισσα της πόλης.

Αυτή ήταν η ζωή των τεσσάρων φίλων στο Ρόδο, τη μοναδική πόλη στη χώρα της Γνώσης, μέχρι τα μέσα του Αυγούστου. Ζούσαν στην πόλη του Ρόδου, χωρίς έγνοιες, ήρεμοι και ευχαριστημένοι.

Λίγες μέρες πριν τη μεγάλη γιορτή, ο Αεσσύδος είχε δυσκολίες στο μάθημα που αφορούσε τους φόβους και τα μη αναγνωρίσιμα ελαττώματα του. Παρακάλεσε τότε τον σύμβουλό του, αν μπορούσε να τον βοηθήσει.

Ο Λύσανδρος με ευχαρίστηση πέρασε από το σπίτι τους, για να του λύσει τις απορίες. Όταν τέλειωσαν, κάθισαν να φάνε και να ξεκουραστούν. Τότε ο Αεσσύδος ρώτησε τον Λύσανδρο: << Γιατί φίλε μου έξω από τη χώρα της Γνώσης τα πράγματα λειτουργούν αλλιώς; Γιατί τα ζώα ταλαιπωρούνται τόσο και δεν έχουν τη ποιότητα ζωής που έχετε εσείς; Στο χωριό μου εμείς χρησιμοποιούμε ξύλα, για να μαγειρέψουμε να πλύνουμε να ζεσταθούμε. Ποτέ δεν είδα κάποιο *ρούμπεν* να υπάρχει στο χωριό μου, για να μας προστατεύει από τις επιθέσεις των ερπετοειδών. Αφού έχετε τη γνώση, την εμπειρία και την τεχνολογία. Γιατί Λύσανδρε; >>.

<< Δεν είναι όλα τόσο απλά και εύκολα όσο φαίνονται Αεσσύδε. Αρκετά μεγάλος αριθμός ζώων, επιλέγουν να φύγουν από τη χώρα της Γνώσης, γιατί δεν μπορούν να προσαρμοστούν σε αυτόν τον τρόπο ζωής, που έχουμε εδώ. Δεν γίνονται εύκολα οι αλλαγές. Παραμονεύει ο φόβος για το μη γνωστό. Προτιμούν να ζουν με τις δυσκολίες και τον τρόμο των ερπετοειδών, παρά να προσπαθήσουν να κάνουν τη ζωή τους καλύτερη και πιο ασφαλή, εδώ στη χώρα της Γνώσης. Αρκετές φορές έχουμε πάει σε χώρες και χωριά του πλανήτη, για να τους μεταφέρουμε αυτόν τον διαφορετικό τρόπο ζωής που έχουμε εδώ.

Δυστυχώς, όλες τις φορές αποτύχαμε παταγωδώς. Μας κατηγόρησαν και ακόμα μας κατηγορούν, πως είμαστε υπηρέτες των ερπετοειδών φυλάκων. Τα πιο πολλά ζώα δεν είναι ακόμα έτοιμα να δεχτούν έναν άλλο τρόπο ζωής. Τρομοκρατούνται από το διαφορετικό, περισσότερο και από τον Σώμορτ. Αλλά και όσα ζώα επιθυμούν αυτές τις αλλαγές, φοβούνται να αντιδράσουν. Δεν πάνε κόντρα σε αυτό που είναι κατεστημένο. Στα σκουριασμένα, μουχλιασμένα, σαπισμένα μυαλά της πλειοψηφίας. Δε θέλουν να θανατωθούν.

Αεσσύδε, σε ό,τι έχει σχέση με το *ρούμπεν*, φαντάσου αυτό το όπλο, στα χέρια ακατάλληλων και ανίδεων ζώων…

Προς το παρόν, η μόνη μας ελπίδα είναι οι εναπομείναντες *ΤΑΛΦ*. Το μόνο που γνωρίζω γι’αυτούς, είναι ότι εξωτερικά μοιάζουν με τα υπόλοιπα ζώα. Προσπαθούν αθόρυβα και μεθοδευμένα, ζώντας ανάμεσά μας, χωρίς να προκαλούν με τον τρόπο ζωής τους να αλλάξουν τα πράγματα για όλους μας, προς το καλύτερο. Πριν από τους *ΤΑΛΦ*, όσα ζώα προσπάθησαν, κυνηγήθηκαν και δολοφονήθηκαν από άλλα ζώα, εξ αιτίας των προκαταλήψεων και των συμφερόντων >>.

<< Πες μου Λύσανδρε, τι ακριβώς κάνουν αυτοί, οι πως τους λες, *ΤΑΛΦ*; Ποιοι είναι; Τους γνωρίζεται όλους; Έχετε απ’αυτούς και στη χώρα της Γνώσης; Μπορεί ο οποιοσδήποτε να γίνει *ΤΑΛΦ*; Με ποιον τρόπο; >> είπε ο Αεσσύδος.

Ο Λύσανδρος τον κοίταξε αρκετή ώρα πριν του απαντήσει:

<< Πολλές ερωτήσεις μαζεμένες. Με ρωτάς από περιέργεια, ή αληθινά σε ενδιαφέρει να μάθεις Αεσσύδε; >>.

<< Θέλω πολύ να μάθω Λύσανδρε. Πες μου, σε παρακαλώ >>.

<< Δε γνωρίζω πολλά. Το μόνο που ξέρω, είναι πως οι περισσότεροι έχουν εξοντωθεί ύπουλα από τους κυνηγούς του Σώμορτ. Όσοι έχουν απομείνει, κρύβονται πίσω από ψεύτικες ταυτότητες. Όταν χρειαστεί, παρουσιάζονται, εκτελούν την αποστολή τους και χωρίς κανείς να τους αντιληφθεί, αθόρυβα εξαφανίζονται. Είναι πολύ μοναχικά άτομα. Συνήθως δεν κάνουν οικογένεια. Όταν όμως τύχει και έχουν οικογένεια, κρατάνε την ταυτότητά τους και την αποστολή τους μυστική, ακόμα και από τους αγαπημένους τους, για να τους προστατεύσουν.

Τις περισσότερες φορές ταξιδεύουν στο σύμπαν μόνοι τους. Εδώ στη χώρα της Γνώσης και σε ολόκληρο τον πλανήτη, τους ταξιδευτές του Αληθινού Φωτός, τους ξέρουμε ως *ΤΑΛΦ*. Πολλά ακούγονται και για μια μυστική αδελφότητα που ανήκουν. Την αδελφότητα του Αληθινού Φωτός. Τώρα αν υπάρχουν *ΤΑΛΦ* εδώ στην πόλη μας, δε γνωρίζω. Και ούτε είναι συνετό να το γνωρίζει κανείς. Αν όμως θέλεις να μάθεις περισσότερες λεπτομέρειες, υπάρχει κάποιος που ξέρει πάρα πολλά γι’αυτούς. Είναι ο Μάνος ο γλάρος. Συγγραφέας στο επάγγελμα. Ζει απομονωμένος στο σπίτι του, μαζί με τη γραμματέα και οικιακή βοηθό του, την Κλειώ τη γάτα.

Πολλοί λένε ότι είναι πικραμένος, γιατί δεν κατάφερε να προστατεύσει τον αγαπημένο του φίλο. Τον Ιβάν τον γκρίζο γάτο από το ανατολικό Ήλμικαλ. Τον τελευταίο *ΤΑΛΦ*, του οποίου έγινε γνωστή η ταυτότητα στη χώρα της γνώσης. Ο Ιβάν, δολοφονήθηκε από τον Βίκτορα τον ασβό με *ρούμπεν*. Το είχε κλέψει ο Βίκτορας και είχε αντικαταστήσει τα ναρκωτικά βέλη με δηλητηριώδη. Οι κυνηγοί του Σώμορτ είχαν αρπάξει τα δυο παιδιά του. Τον εκβίαζαν πως αν δε σκοτώσει τον Ιβάν, δε θα έβλεπε ξανά τα παιδιά του ζωντανά. Ο Βίκτορας δολοφόνησε τον Ιβάν. Όμως τα παιδιά του βρέθηκαν αποκεφαλισμένα έξω από τα τείχη της πόλης. Τότε, ο Βίκτορας έβαλε τέλος στη ζωή του πέφτοντας από τα τείχη.

Όμως, εδώ και πέντε μήνες ο Μάνος πιστεύει πως ο Βίκτορας δε δολοφόνησε τον Ιβάν. Νομίζει ότι υπάρχει κάποιος προδότης στη χώρα της Γνώσης, που αποκάλυψε στον Σώμορτ την ύπαρξη του Ιβάν. Για τον Μάνο, ο Βίκτορας ήταν μια παραπλάνηση, ένα ακόμα εξιλαστήριο θύμα, που θυσιάστηκε στον βωμό του σκοτεινού άρχοντα Σώμορτ. Αυτά γνωρίζω Αεσσδύδε για τους *ΤΑΛΦ* >>.

Ο Αεσσύδος αισθανόταν σαν κάποιος να του είχε ρίξει παγωμένο νερό στο σώμα του. Αδυνατούσε να πιστέψει αυτά που άκουσε από τον Λύσανδρο. Ένοιωθε και έναν κόμπο να του σφίγγει δυνατά τον λαιμό. Όταν ο Λύσανδρος έφυγε, ο Αεσσύδος στεναχωρημένος και προβληματισμένος, άρχισε να βηματίζει πάνω κάτω στο δωμάτιο του. Κουνούσε το κεφάλι του πέρα δώθε, λες και αρνούνταν να καταλάβει αυτά που μόλις τώρα είχε μάθει για τον πατέρα του. Άρχισε να μιλά μόνος του και να λέει συνέχεια με ένταση:

<< Ο Ιβάν ο γκρίζος γάτος του ‘Ηλμικαλ, ήταν ο πατέρας μου! Αυτός που με εγκατέλειψε πριν ακόμα γεννηθώ! Ή μήπως δεν ήταν έτσι; Ο πατέρας μου νεκρός, δολοφονημένος και *ΤΑΛΦ*! >>.

Όσο πιο γρήγορα γινόταν, ήθελε άμεσα απαντήσεις. Έτσι, το επόμενο πρωί βρήκε μια δικαιολογία και έφυγε από το μάθημα. Μπήκε σε έναν κρυστάλλινο θάλαμο και ταξίδεψε μέχρι την άλλη άκρη της πόλης, για να συναντήσει τον Μάνο τον γλάρο. Όταν έφτασε στον προορισμό του, περίμενε λίγο, για να βάλει σε τάξη και σχετική ηρεμία, τις ταραγμένες και ανακατεμένες σκέψεις του και απορίες. Μετά, προχώρησε και μπήκε στον διάδρομο της εισόδου του σπιτιού.

Το σπίτι του Μάνου ήταν μικρό, πνιγμένο στην πολύχρωμη βλάστηση. Το μπροστινό μέρος του σπιτιού ίσα που φαινόταν. Ήταν κρυμμένο παντού από τεράστιες πανέμορφες ροζ τριανταφυλλιές, που έμοιαζαν με ακοίμητους φρουρούς, γαντζωμένους σφιχτά, επάνω στις μεταλλικές πέργολες. Λίγο πριν την εξώπορτα του σπιτιού, στο αριστερό μέρος ανάμεσα σε ψηλά δέντρα, ήταν ένα μικροσκοπικό κιόσκι, τυλιγμένο ολόκληρο από έναν καταπράσινο κισσό.

Ο Αεσσύδος προχωρώντας στην είσοδο, χάζευε τα τριαντάφυλλα. Έπαιρνε βαθιές ανάσες, εισπνέοντας αχόρταγα την ευωδιαστή και διακριτική μυρωδιά τους, όταν ξαφνικά, άκουσε από πίσω του μια σιγανή βραχνή φωνή να του λέει:

<< Καλημέρα, ποιος είσαι; Τι θα μπορούσα να κάνω για σένα; >>.

Ο Αεσσύδος κοίταξε πίσω του και είδε μια πανύψηλη μαύρη γάτα. Μια κάτασπρη τούφα από μαλλιά στο κέντρο του κεφαλιού της, σχεδόν κάλυπτε τα μάτια της. Μπόρεσε όμως και τα είδε. Έμοιαζαν άψυχα και είχαν το χρώμα του πάγου. Για δευτερόλεπτα, διαισθάνθηκε ότι έπρεπε να το βάλει στα πόδια. Υπενθυμίζοντας όμως νοερά στον εαυτόν του γιατί βρισκόταν εκεί, απάντησε με κάπως δυνατή φωνή στην παράξενη γάτα:

<< Καλημέρα! Είμαι ο Αεσσύδος ο γκρίζος γάτος από το βόρειο Λακατενάλο. Ψάχνω τον Μάνο τον γλάρο. Έρχομαι εκ μέρους του Λύσανδρου του σκύλου >>.

<< Γειά σου Αεσσύδε, ο Μάνος είναι στο πίσω μέρος του κήπου και φυτεύει τριανταφυλλιές. Περίμενε λίγο να τον φωνάξω. Α! Εγώ είμαι η Κλειώ γραμματέας και οικιακή βοηθός του >> είπε με τη βραχνή φωνή της η Κλειώ και με γρήγορα βήματα εξαφανίστηκε στο πίσω μέρος του σπιτιού.

Ύστερα από δέκα λεπτά περίπου, εμφανίστηκε βαδίζοντας αργά ο Μάνος. Κοιτούσε τον Αεσσύδο έκπληκτος και συγκινημένος. Ο μεγαλόσωμος κάτασπρος γλάρος με τα διαπεραστικά λαδιά μάτια, φτάνοντας δίπλα του, είπε με τρεμάμενη φωνή:

<< Καλώς όρισες Αεσσύδε. Είσαι ίδιος ο πατέρας σου. Έλα, πάμε δίπλα στο κιόσκι να μιλήσουμε με την ησυχία μας >>.

Φτάνοντας και ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια για να κάτσουν στο κιόσκι, ο Μάνος είδε μια ψηλή σιλουέτα γάτας να τους παρακολουθεί, ανάμεσα στην πυκνή βλάστηση και τα δέντρα του κήπου. Και μέχρι να καθίσουν στο παγκάκι, η γάτα χάθηκε, τρέχοντας προς τη μεριά της κουζίνας του σπιτιού. Έκανε πως δεν είδε τίποτα και άρχισε να μιλά με τον Αεσσύδο…

Όταν ο Αεσσύδος έφυγε αποχαιρετώντας τον Μάνο, ο πανέξυπνος και ευφυής γλάρος, βρήκε μια δικαιολογία και έστειλε απροειδοποίητα την Κλειώ, στο κέντρο της πόλης να πάρει τις αναγκαίες προμήθειες. Όταν έμεινε μόνος στο σπίτι του, άρχισε να το ψάχνει από άκρη σε άκρη. Η Ρίκε η νυφίτσα, η γυναίκα του Κρίτωνα του ασβού, πριν πέντε μήνες, του αποκάλυψε ότι ο άνδρας της είχε μειωμένη όραση. Και λίγο καιρό πριν την αρπαγή των παιδιών τους, είχε αποφασίσει να χειρουργηθεί.

Ο Μάνος τότε, κατάλαβε ότι ήταν αδύνατον ο Κρίτωνας να είχε δολοφονήσει τον Ιβάν. Άρχισε λοιπόν να ψάχνει συνέχεια και αθόρυβα τον προδότη, που ήταν καλά κρυμμένος στη χώρα της Γνώσης. Δε θα ησύχαζε αν δεν τον ανακάλυπτε. Έπρεπε να βρεθεί και να πληρώσει για τα εγκλήματά του, με τη μέθοδο του Μάνου…. Δεν υποψιαζόταν όμως καθόλου ότι εδώ και δυο χρόνια ο προδότης, ήταν ακριβώς μια ανάσα μακριά του…

Δε χρειάστηκε να ψάξει πολύ… Κάτω από το στρώμα του κρεβατιού της, σε μια πάνινη θήκη ρούχων, διπλωμένα προσεχτικά, βρήκε το *ρούμπεν*, τρία μικρά κομμάτια χρυσού, μαζί με ένα χαρτί που έγραφε, Αεσσύδος… γιος Ιβάν… υπόνοια… *ΤΑΛΦ*

Ο Μάνος την περίμενε καθισμένος στο τραπέζι της κουζίνας, κρατώντας το *ρούμπεν* από την πλευρά του ρουμπινιού… Δε βιαζόταν καθόλου… Η κουζίνα ήταν στο πίσω μέρος του μικρού σπιτιού, εντελώς αθέατη από τον δρόμο και τα διπλανά σπίτια…

Όταν η Κλειώ επέστρεψε, μπαίνοντας μέσα στην κουζίνα, αιφνιδιάστηκε από τον Μάνο. Το μόνο που πρόλαβε να ακούσει από τον γλάρο ήταν, << καταραμένη! Αυτό για τον Ιβάν και για όλα τα ζώα που πέθαναν εξ’αιτίας σου! Τράβα να βρεις τον αφέντη σου προδότρια! >>.

Το *ρούμπεν* κυριολεκτικά τη διέλυσε…

Ο Μάνος χωρίς να λυπάται καθόλου, μάζεψε ότι απέμεινε από την Κλειώ, θάβοντάς την στο πίσω μέρος του κήπου, εκεί που έσκαβε το πρωί για τις τριανταφυλλιές του. Έπειτα φύτεψε από πάνω της, μια κατακόκκινη σκουρόχρωμη τριανταφυλλιά.

Ύστερα, πήγε πίσω στην κουζίνα και έβαλε να πιει ένα λικέρ από τριαντάφυλλο σε ένα ποτήρι, λέγοντας: << Στην υγειά σου Ιβάν φίλε μου, ο γιος σου για την ώρα είναι προστατευμένος… >>

Μετά τρεις ώρες απ’όταν ο Αεσσύδος έφυγε από τον Μάνο, βρισκόταν στο σπίτι του μαζί με τους αγαπημένους του φίλους. Τη στιγμή αυτή τους ήθελε δίπλα του, περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Τους είπε ότι τον πονούσε το κεφάλι του και ξάπλωσε να ξεκουραστεί, νοιώθοντας έντονη θλίψη και πολύ θυμό γι’αυτά που συνέβησαν στο σπίτι του Μάνου. Ήθελε να σκεφτεί και να επεξεργαστεί αυτά που έμαθε. Τούτη την ώρα, είχε ανάγκη την ασφάλεια και τη σιγουριά του σπιτιού του. Η παρουσία των φίλων του, που τριγυρνούσαν μέσα στο σπίτι κουβεντιάζοντας και κάνοντας δουλειές, του έδινε ψυχική δύναμη και θάρρος.

Η Λιλίκα ο Οράτιος και η Ηλιαχτίδα, του πρόσφεραν χωρίς να το γνωρίζουν ένα είδος προστασίας. Ένα σημείο αναφοράς. Ένα κέντρο βάρους, ώστε να μπορέσει να κατανοήσει και να αποδεχτεί, όλα αυτά που είχε μάθει από τον φίλο του πατέρα του, τον Μάνο τον γλάρο.

Δεν ήθελε να το βάλει στα πόδια, επειδή φοβόταν και δεν ήξερε τι δρόμο να τραβήξει από δω και πέρα στη ζωή του. Είχε δώσει μια υπόσχεση στη Λούνα και έπρεπε να την τηρήσει. Δεν ήταν λοιπόν καιρός για να λιγοψυχήσει και να τραπεί σε φυγή. Ο έρωτάς του για την Ηλιαχτίδα τον πονούσε πολύ. Αρκετές φορές νόμιζε ότι δε θα μπορούσε να αντέξει τη φυγή της αγαπημένης του Ηλιαχτίδας.

Αργά τη νύχτα ενώ όλοι κοιμόντουσαν, ο Αεσσύδος βγήκε από το σπίτι και με τα ξύλα του άρχισε να κινείται μέσα στους δρόμους της πόλης. Ήθελε να σκεφτεί να καθαρίσει το μυαλό του να πάει σωστές αποφάσεις. Σε όλη του τη ζωή μέχρι τώρα, οι αποφάσεις που έπαιρνε ήταν αυθόρμητες, απερίσκεπτες. Εδώ και καιρό, είχε αρχίσει να έχει επίγνωση των επιπτώσεων, που είχαν αυτές οι αποφάσεις, τις οποίες έπαιρνε εν θερμώ στη ζωή του.

Αν και η διαίσθησή του τις περισσότερες φορές ήταν σωστή, από τότε που ήρθε στη χώρα της Γνώσης, αντιλαμβανόταν πόσο ανώριμος ήταν συναισθηματικά. Είχε ακόμα πολύ δρόμο να περπατήσει μέχρι να κατανοήσει το σκοπό της ύπαρξής του. Για ένα μόνο ήταν σίγουρος. Αδιαμφισβήτητα, η Ηλιαχτίδα ήταν η αγάπη του, ο μεγάλος έρωτας της ζωής του.

Ο Αεσσύδος κάποια στιγμή, κατέβηκε από τα ξύλα του και συνέχισε να περπατά κουτσαίνοντας μέσα στους δρόμους της πόλης, σκεπτόμενος ότι δεν ήταν απλά τα πράγματα. Ο Μάνος ήταν ξεκάθαρος. Αν ήθελε να ακολουθήσει τον δρόμο του πατέρα του, έπρεπε να εκπαιδευτεί να ζει με έναν τρόπο διαφορετικό από αυτόν που ήξερε μέχρι τώρα. Για να γίνεις *ΤΑΛΦ*, μόνο όταν ήταν ζήτημα ζωής ή θανάτου πολεμούσες. Προσπαθούσες πάση θυσία να μη δολοφονήσεις κανέναν. Έμενες μακρυά από βέλη, ρόπαλα, καταπέλτες και οποιοδήποτε άλλο φονικό όπλο. Όμως η εξάσκηση στην άμυνα, ήταν υποχρεωτική για τους *ΤΑΛΦ*.

Είχε τη μέγιστη σημασία για στους *ΤΑΛΦ*, να αγαπήσουν, να κατανοήσουν και να αποδεχτούν τον εαυτόν τους, έτσι ακριβώς όπως είναι, αναγνωρίζοντας τα λάθη που είχαν κάνει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Και μετά, προσεύχονταν να καταφέρουν να τιθασεύσουν τα ελαττώματα, που τους οδήγησαν να πράξουν αυτά τα λάθη. Δε σταματούσαν να προσεύχονται, μέχρι να τους δοθεί η Θεία Χάρη του εξαγνισμού, της αγάπης και της συγχώρεσης, του εαυτού τους και των άλλων.

Και ύστερα, ο Μάνος του είπε… << Μαθαίνεις στην κυριολεξία να ταξιδεύεις με το Φως. Να παίρνεις και να μεταφέρεις πληροφορίες από το Φως. Να αλλάζεις τα πάντα γύρω σου, σύμφωνα με τη θέληση του Φωτός. Αεσσύδε, όταν κάποιος ταξιδεύει με το Αληθινό Φως, γίνεται και ο ίδιος Φως! Κατάλαβε το καλά! Είναι ένας δρόμος χωρίς γυρισμό! Είσαι για όλη σου τη ζωή, ταπεινός υπηρέτης του Αληθινού Φωτός!

Αν τελικά επιλέξεις αυτόν τον δρόμο, ο Σωτήρης ο αετός θα σε διδάξει. Είναι ο γηραιότερος των *ΤΑΛΦ* που εγώ γνωρίζω. Τα τελευταία πέντε χρόνια έχει αποσυρθεί σε ένα ψαροχώρι και ζει εκεί απομονωμένος. Δεν ταξιδεύει πλέον και ούτε παίρνει μέρος σε αποστολές. Είναι ο μοναδικός σύνδεσμος που έχω με αυτούς. Και όσα γνωρίζω για τους *ΤΑΛΦ*, τα ξέρω από τον Σωτήρη τον αετό και τον συχωρεμένο τον πατέρα σου. Αεσσύδε, ό,τι κι αν κάνεις στη ζωή σου να προσέχεις και να έχεις καλή τύχη >>.

Τα λόγια του Μάνου έρχονταν συνέχεια στο μυαλό του, ενώ περπατούσε τη νύχτα μέσα στην πόλη. Και η ζωή του; Αν ακολουθούσε αυτό το μονοπάτι θα έπρεπε να αποχωριστεί τους φίλους του και την αγαπημένη του Ηλιαχτίδα για πάντα.

Οι *ΤΑΛΦ* δεν είναι συνετό να έχουν φίλους καρδιακούς, οικογένεια, παιδιά. Αν αποκαλυφθεί η ταυτότητά τους και ο σκοπός της ύπαρξής τους, οι αγαπημένοι τους κινδυνεύουν. Ταξιδεύουν όπου χρειάζεται στο σύμπαν και μετά εξαφανίζονται αθόρυβα, χωρίς κανείς να τους καταλάβει. Που ακριβώς πάνε, κανείς δεν γνωρίζει. Ούτε για την αδελφότητα του Αληθινού Φωτός, ο Μάνος του αποκάλυψε κάτι. Και όταν τον ρώτησε αν υπάρχει ευκολότερος δρόμος για να γίνει κάποιος *ΤΑΛΦ*, ο Μάνος του είπε για τον θρύλο των *Λαμπερών*.

Ο θρύλος έλεγε, ότι πολλά πολλά χρόνια πριν, υπήρχαν κάποια ζώα ταξιδευτές, που γεννήθηκαν έχοντας μέσα τους το Αληθινό Φως. Εμφανίστηκαν ξαφνικά στον πλανήτη των ζώων και δίδαξαν σε μερικά ζώα, έναν διαφορετικό τρόπο ζωής από αυτόν που ήξεραν. Τους δίδαξαν την ανιδιοτελή αγάπη, την ταπεινότητα και την αλληλεγγύη. Στο τέλος, τους έμαθαν πως να ταξιδεύουν με το Αληθινό φως, μεταφέροντας τη θέλησή του. Αυτοί ήταν, οι λεγόμενοι κατά τον θρύλο *Λαμπεροί*. Τώρα, αν υπάρχουν σήμερα ανάμεσα στα ζώα *Λαμπεροί*, κανείς δεν το γνωρίζει.

Όλα αυτά σκεφτόταν και πολλά άλλα, που του είχε πει ο Μάνος για τον πατέρα του, όταν γύρισε σπίτι του και ξάπλωσε να κοιμηθεί. Διαισθανόταν ότι σύντομα θα έπαιρνε μια απόφαση, για όλη την υπόλοιπη ζωή του. Του φαινόταν ότι έχει ένα τεράστιο βάρος στην καρδιά του. Βαθιά μέσα του, υπήρχε ένα σαράκι που του έτρωγε τα σωθικά και δεν τον άφηνε να χαρεί τίποτα μέσα από την ψυχή του. Ο Αεσσύδος μισούσε θανάσιμα τον εαυτόν του. Είχε πολλές τύψεις για το κακό που είχε κάνει στην οικογένειά του.

Αν ήταν δυνατόν! Θα μπορούσε ποτέ να συγχωρέσει τον εαυτόν του για τα κρίματά του;

{{{{{{{{{{Ε}}}}}}}}}}

Ήρθε ή μέρα της μεγάλης γιορτής. Η μέρα, που όλοι γιόρταζαν την ανεξαρτησία της χώρας της Γνώσης. Μια μέρα ελπίδας και χαράς. Η πόλη του Ρόδου ήταν στολισμένη απ’άκρη σ’άκρη. Μουσικές μπάντες έπαιζαν πανηγυρική μουσική. Τραγουδιστές και πολλές χορωδίες, τραγουδούσαν επαναστατικά τραγούδια. Θεατρικά δρώμενα που αφορούσαν τη μέρα της ανεξαρτησίας, διαδέχονταν το ένα το άλλο. Στον αέρα αντηχούσαν γλυκιές μελωδίες, που είχαν σχέση με την πόλη του Ρόδου. Υπήρχαν και χορευτές, που χόρευαν τοπικούς παραδοσιακούς χορούς. Επικρατούσε αισιοδοξία, ενθουσιασμός, ευθυμία.

Οι κάτοικοι και οι επισκέπτες από κοντινές χώρες, ήταν από νωρίς έξω στους δρόμους. Αυτοσχέδιοι πάγκοι διακοσμημένοι με σημαίες, πολλά τριαντάφυλλα και όλων των ειδών τα λουλούδια, μαγνήτιζαν τα χαμογελαστά βλέμματα όλων. Όπου κι αν κοιτούσες, υπήρχαν παραδοσιακά φαγητά, γλυκά και ποτά. Οι τέσσερις φίλοι είχαν βγει στους δρόμους και διασκέδαζαν με τους υπόλοιπους κατοίκους του Ρόδου. Όλοι ήταν χαρούμενοι. Τα μεθυστικά αρώματα από τα διάφορα τριαντάφυλλα είχαν ξετρελάνει τους επισκέπτες.

Όταν ο ήλιος έδυσε, όλες οι μπάντες της πόλης άρχισαν να παίζουν ένα συγκεκριμένο εμβατήριο. Όταν τέλειωσε το εμβατήριο, όλοι οι κάτοικοι έκαναν ενός λεπτού σιγή. Ύστερα από το πουθενά, γύρω από τα τείχη της πόλης, υψώθηκαν στρογγυλά κάτοπτρα, τα οποία άναψαν και φώτισαν την πόλη. Έκαναν τη νύχτα μέρα. Έμοιαζαν με δεκάδες ήλιους. Μια ασπίδα προστασίας για την πόλη του Ρόδου, από τον Σώμορτ, τον μοχθηρό ερπετοειδή άρχοντα του σκοτεινού βασιλείου.

Όλοι τους χειροκροτούσαν και φώναζαν, << ζήτω! >>. Βλέποντας τους τεχνητούς φωτεινούς ήλιους, ο Αεσσύδος θυμήθηκε το τραγούδι που τους τραγουδούσε η Λιλίκα στο απαγορευμένο δάσος. Τότε, άρχισε να το σιγοτραγουδά. Μαζί του το τραγουδούσε και η Λιλίκα. Όταν τέλειωσε το τραγούδι και οι δυο τους έκλαιγαν με λυγμούς. Ο Αεσσύδος δε, μόλις είχε αποφασίσει για το τι ήθελε να κάνει στη ζωή του. Το ξημέρωμα, γύρισαν οι τέσσερις φίλοι στο σπίτι τους. Κατάκοποι, αλλά χαρούμενοι.

Πέντε μέρες μετά τη γιορτή, ενώ όλοι ήταν στο τραπέζι και έτρωγαν, ο Αεσσύδος τους είπε: << Θέλω κάτι να σας πω και είναι σοβαρό >>.

<< Τι έγινε φίλε μου; Σε βλέπω σκυθρωπό. Έχει συμβεί κάτι; >> ρώτησε ο Οράτιος.

<< Πήρα μια απόφαση και θέλω να την ακούσετε. Θα φύγω από τη χώρα της Γνώσης. Σε δυο εβδομάδες από σήμερα, όταν ξανανοίξει η αστρική πύλη και μπορέσει μέχρι τότε η Ηλιαχτίδα να πετάξει προς τον πλανήτη των μονόκερων, εγώ θα γυρίσω πίσω στο Λακατενάλο στην πατρίδα μου. Ήρθε ο καιρός να μάθετε κάτι για μένα. Μετά από αυτά που θα ακούσετε, εσείς θα αποφασίσετε αν θέλετε να είμαι φίλος σας. Σας αγαπώ και τους τρεις σας. Σας εμπιστεύομαι ότι δε θα με προδώσετε ποτέ. Για ό,τι με χρειαστείτε όσο υπάρχω στη ζωή, θα είμαι δίπλα σας >>.

Κι έτσι, ο Αεσσύδος τους είπε όλη την αλήθεια… Το μόνο που τους έκρυψε, ήταν ό,τι είχε μάθει για τον Ιβάν τον πατέρα του. Κάποια στιγμή, όταν σταμάτησε να μιλά, τον κοιτούσαν και οι τρεις αμίλητοι, με μάτια βουρκωμένα. Πρώτος μίλησε ο Οράτιος, λέγοντάς του:

<< Αεσσύδε, είσαι σίγουρος ότι ο Νελ είναι νεκρός; Θα μπορούσε να είχε λιποθυμήσει απ’την τρομάρα του >>.

<< Αεσσύδε μου, αν ισχύει αυτό που είπε ο Οράτιος, δεν υπάρχει λόγος να επιστρέψεις στο χωρίο σου >>. Είπε με αγωνία η Ηλιαχτίδα, κοιτάζοντάς τον δακρυσμένη.

<< Αεσσύδε, για ξανασκέψου το σε παρακαλώ >> συμπλήρωσε η Λιλίκα.

<< Φίλοι μου αγαπημένοι, ακόμα κι αν είναι έτσι όπως τα λέτε, είμαι υποχρεωμένος να γυρίσω πίσω. Να ζητήσω συγγνώμη που τους πλήγωσα τόσο. Μα και για έναν άλλο λόγο. Πρέπει να μάθουν στο χωριό μου, για το θαύμα που βλέπω κάθε μέρα στην πόλη του Ρόδου. Μπορεί σε ορισμένα θέματα στη χώρα της Γνώσης να μην συμφωνώ εξαιτίας των φόβων μου και των προκαταλήψεων μου, όμως πρέπει να τους μιλήσω για τη χώρα της Γνώσης. Να τους πω ότι υπάρχει ένας άλλος τρόπος ζωής, πολύ καλύτερος από αυτόν που ζουν.Ένας τρόπος ζωής, που δεν μπορούν, ούτε καν να τον ονειρευτούν.

Να τους πω ότι τους αγαπώ ότι τους αποδέχομαι. Να τους δείξω ότι έχω μεγαλώσει και έχω ωριμάσει. Να δουν πως δεν είμαι ο αλαζονικός γάτος που ήμουν όταν δραπέτευσα εκείνη τη νύχτα. Και τα πράγματα αν δεν είναι θετικά για μένα, τότε ας πληρώσω για τις αμαρτίες μου, ακόμα και με τη ζωή μου >> τους είπε ο Αεσσύδος πολύ συγκινημένος.

<< Εντάξει Αεσσύδε, εγώ είμαι δίπλα σου. Ετοιμάσου και όποια μέρα θέλεις, θα σε πάω και θα σε φέρω πίσω στη χώρα της Γνώσης, χωρίς να ταλαιπωρηθείς καθόλου >> είπε η Ηλιαχτίδα.

<< Τι λες Ηλιαχτίδα μου τρελάθηκες; Εσύ ακόμα δυσκολεύεσαι στο πέταγμα. Το ξέχασες; Θέλεις να σκοτωθούμε και οι δυο; Ούτε να το ξανασκεφτείς ψυχή μου αυτό >>.

<< Όχι Αεσσύδε! Μπορώ να πετάξω πολύ καλά! Εδώ κι ένα μήνα πετώ καλύτερα και από τα πουλιά! Δε θέλω να φύγω από τη πόλη του Ρόδου! Δε θέλω να πάω στον πλανήτη των μονόκερων! Θέλω να περπατώ στη πόλη του Ρόδου, μαζί σου και με τα παιδιά μας! Είμαι ερωτευμένη με σένα Αεσσύδε μου! Σ’αγαπώ τόσο πολύ… >> του είπε η Ηλιαχτίδα με ένταση, βαριανασαίνοντας. Ύστερα κλαίγοντας, έτρεξε και κλείστηκε στο δωμάτιό της…

Οι τρεις φίλοι, είχαν μείνει αποσβολωμένοι…

<< Έχω να πω ότι λειώνω για ένα βλέμμα της Ηλιαχτίδας. Είναι η ψυχή μου σφραγισμένη από τη μορφή της. Ήταν αδύνατον να μην την αγαπήσω. Την αγαπώ από την πρώτη στιγμή, που την κοίταξα στα σμαραγδένια της μάτια. Όμως δεν έχω καμιά προσδοκία γι’αυτόν τον έρωτα. Είναι μια πριγκίπισσα από το γένος των Ρεξ, το γένος που κυβερνά τον πλανήτη των μονόκερων. Το μέλλον της είναι προδιαγεγραμμένο. Θα ξεκαθαρίσω μόνος μου αυτό που προέκυψε. Όμως, με πονά και με τρομάζει πάρα πολύ. Νόμιζα ότι ο έρωτάς μου ήταν μονόπλευρος. Ελπίζω να καταφέρω να την πείσω να μην κάνει κάποια απερισκεψία. Την ξέρω καλά. Είναι απείθαρχη και παρορμητική η γλυκιά μου η Ηλιαχτίδα…>> είπε ο Αεσσύδος στη Λιλίκα και τον Οράτιο, που τον κοιτούσαν με ανοιχτό στόμα και το μάτι τους τελείως ορθάνοιχτο.

Έπειτα προχώρησε προς το δωμάτιο της Ηλιαχτίδας, λέγοντας με δυνατή φωνή:

<< Ηλιαχτίδα μου άσε με να μπω! Σε παρακαλώ! Θέλω να μιλήσουμε. Σταμάτα να κλαις. Δεν ήρθε το τέλος της ζωής, θα βρούμε μια λύση. Στο υπόσχομαι… >> είπε ο Αεσσύδος, μπαίνοντας στο δωμάτιό της. Η Ηλιαχτίδα τον κοίταξε δακρυσμένη και του είπε:

<< Αεσσύδε μου σ’αγαπώ μέχρι την άκρη του σύμπαντος και ακόμα πιο πέρα. Θέλω μόνο να είμαι μαζί σου ψυχούλα μου… >>. Ύστερα, έπεσε στην αγκαλιά του κλαίγοντας…

Ο Αεσσύδος δεν μπόρεσε να αντέξει άλλο. Λύγισε…

Μια ώρα μετά, βγήκαν μαζί από το δωμάτιο της Ηλιαχτίδας. Ο Αεσσύδος είχε σκυμμένο το κεφάλι και η Ηλιαχτίδα ήταν χαμογελαστή. Τα καταπράσινα μάτια της έλαμπαν. Ήταν πολύ ευτυχισμένη!

<< Τι έγινε λοιπόν; >> ρώτησε η Λιλίκα κοιτάζοντας τους στα μάτια χαμογελώντας.

<< Αποφασίσαμε να πάμε στην πατρίδα μου μαζί. Η Ηλιαχτίδα έγινε γυναίκα μου. Όταν επιστρέψουμε στο Ρόδο, με τη θέλησή της θα ταξιδέψει στον πλανήτη της. Αφού μιλήσει με τον πατέρα της, θα του ανακοινώσει ότι δεν αποδέχεται το στέμμα της διαδοχής του θρόνου. Μετά θα επιστρέψει στη χώρα της Γνώσης να ζήσουμε μαζί. Ξέρει πως θα την αγαπώ, όσο υπάρχω στη ζωή >> τους είπε ο Αεσσύδος χαμογελώντας. Τα μαύρα μάτια του όμως, ήταν θλιμμένα.

<< Σ’αγαπώ ζωή μου, ψυχή μου >> του είπε η Ηλιαχτίδα, δίνοντάς του ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο.

Το επόμενο πρωί, οι τέσσερις φίλοι προετοίμαζαν το ταξίδι τους για την πατρίδα του Αεσσύδου. Η Λιλίκα και ο Οράτιος δεν ήθελαν να καταλάβουν πως ήταν αδύνατον να ταξιδέψουν κι αυτοί μαζί τους.

<< Δεν γίνετε αυτό που μου ζητάτε. Θα βρεθείτε στο τσουκάλι για σούπα, ή κρεμασμένοι στον ήλιο για αποξήρανση. Στο χωριό μου, τα μεγάλα αποξηραμένα σκουλήκια, είναι λαχταριστός μεζές το χειμώνα. Τα τρώμε με μπόλικα κρεμμύδια δίπλα στο τζάκι >> τους είπε ο Αεσσύδος. Έτσι, η Λιλίκα και ο Οράτιος θα έμεναν στη χώρα της Γνώσης, περιμένοντας με αγωνία την επιστροφή των φίλων τους.

Δυο μέρες αργότερα λίγο πριν ξημερώσει, ο Οράτιος κρέμασε στον λαιμό του Αεσσύδου ένα *ρούμπεν* λέγοντάς του: << Σε πέντε μέρες πρέπει να επιστραφεί. Φροντίστε φίλε μου να γυρίσετε σύντομα…>>

Με το πρώτο φως του ήλιου, η Ηλιαχτίδα φορτώθηκε στην πλάτη της τον αγαπημένο της, τα δυο ξύλα του, τα πράγματά τους και καλπάζοντας γρήγορα, πέρασε έξω από τα τείχη της πόλης. Μετά από λίγο, άνοιξε τα πανέμορφα μεγάλα κάτασπρα φτερά της και πέταξε ψηλά στον ουρανό, μαζί με τον Αεσσύδο. Έγιναν ένα με τον δυνατό άνεμο…

Ήταν η δεύτερη πιο ευτυχισμένη μέρα της μικρής ζωής της. Η πρώτη, ήταν η μέρα που πλάγιασε να κοιμηθεί με τον πολυαγαπημένο της. Ένοιωθε στη ράχη της τον Αεσσύδο να την έχει αγκαλιάσει σφιχτά από τον λαιμό και να στέκεται ακίνητος, κολλημένος επάνω στο σώμα της. Κάπως έτσι είχε φανταστεί το πέταγμά της μαζί με τον Αεσσύδο…

{{{{{{{{{{Ζ}}}}}}}}}}

Είχε μεσημεριάσει για τα καλά όταν η Ηλιαχτίδα προσγειώθηκε στο Λακατενάλο. Αμέσως μόλις έφτασαν, ο Αεσσύδος σκέπασε την πλάτη της αγαπημένης του, με ένα καφέ σκούρο ύφασμα, για να μην φαίνονται τα φτερά της. Μετά της φόρεσε ένα κάτασπρο καπέλο στο κεφάλι και το έδεσε με τέτοιο τρόπο, ώστε το κέρας της να μοιάζει με ένα κομμάτι γκρίζο ξύλο, που απλώς στολίζει το καπέλο της. Στο Λακατενάλο δεν είχαν δει ποτέ στη ζωή τους μονόκερο. Ούτε γνώριζαν την ύπαρξή τους. Δεν ήθελαν μπλεξίματα.

Ύστερα αυτός φόρεσε μια μακριά μαύρη κάπα με κουκούλα, κρατώντας τα ξύλα του σαν μπαστούνια στήριξης. Μετά άρχισε να περπατά κουτσαίνοντας δίπλα στην Ηλιαχτίδα, με σκυμμένο το κεφάλι, έχοντας προορισμό το σπίτι του. Ευτυχώς στον δρόμο δε συνάντησαν κανέναν. Ήταν μεσημέρι και οι περισσότεροι έτρωγαν ή ξεκουράζονταν. Προχωρώντας αργά, έφτασαν έξω από το σπίτι. Ο Αεσσύδος με την καρδιά του να χτυπά δυνατά από την αγωνία χτύπησε την πόρτα. Βλέποντας όμως ότι είναι ξεκλείδωτη την άνοιξε και γρήγορα μπήκε μέσα μαζί με την Ηλιαχτίδα.

Είδε τη μάνα του να κάθεται στην κουνιστή καρέκλα της κουζίνας και να ράβει ένα ρούχο. Πριν προλάβει να της μιλήσει την άκουσε να λέει, <<έλα μέσα Φαίδρα. Κάτσε να φας και μετά θα μιλήσουμε >>. Η γριά Φαίδρα η γάτα, ήταν η νονά του. Αυτή επέμενε να του δώσουν αυτό το όνομα που είχε. Ήταν το όνομα του αγαπημένου της γιου, που είχε αρρωστήσει βαριά όταν ήταν μικρός και είχε πεθάνει.

Στεκόταν ακίνητος, αμίλητος, δίπλα στην Ηλιαχτίδα και ήταν πολύ συγκινημένος βλέποντας τη μάνα του ζωντανή. Η Σάρα σήκωσε το βλέμμα της από από το ρούχο που έραβε, για να κοιτάξει τη γριά Φαίδρα. Μόλις είδε άξαφνα τον γιο της, έβγαλε μια δυνατή κραυγή και σχεδόν ουρλιάζοντας είπε: << Παιδί μου! Παιδί μου! Αεσσύδε μου, είσαι ζωντανός! >>. Και όρμησε στην αγκαλιά του γιου της κλαίγοντας με λυγμούς.

Μάνα και γιος για αρκετή ώρα είχαν γίνει ένα κουβάρι, κλαίγοντας και οι δυο, ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. << Μάνα μου γύρισα. Θα με συγχωρέσεις; Έχω αλλάξει μάνα. Τι κάνουν τ’αδέλφια μου; Ο Νελ είναι ζωντανός; >> τη ρώτησε μέσα στα αναφιλητά του ο Αεσσύδος.

<< Γιε μου αγαπημένε, κάτσε να ξεκουραστείς λίγο και θα στα πω όλα. Μα για πες μου, ποιος σε συνοδεύει στο ταξίδι σου; >>.

Ο Αεσσύδος πήγε δίπλα στην Ηλιαχτίδα, τράβηξε το ύφασμα που σκέπαζε τα φτερά της, έβγαλε το καπέλο που κάλυπτε το κέρας της και είπε: << Μάνα, αυτή εδώ η ζωγραφιά είναι η πολυαγαπημένη μου γυναίκα, η Ηλιαχτίδα μου >>.

Η Σάρα έμεινε άναυδη για λίγα δευτερόλεπτα, κοιτάζοντας αυτό το υπέροχο πλάσμα, που δεν είχε ξαναδεί ποτέ στην ζωή της. Έπειτα με δάκρυα στα μάτια, αγκάλιασε την Ηλιαχτίδα λέγοντας: << Κόρη μου πόσο χαίρομαι! Σας εύχομαι να είστε και οι δυο σας, αγαπημένοι και ευτυχισμένοι! >>.

Μετά η Σάρα κλείδωσε την πόρτα, τράβηξε την κουρτίνα του παραθύρου της κουζίνας, για να μη φαίνονται απ’έξω, τους έβαλε να φάνε κρεμμυδόσουπα, τους άφησε λίγο να ξεκουραστούν κι ύστερα, άρχισε να τους λέει τι είχε συμβεί όσο καιρό έλειπε ο Αεσσύδος…

<< Όταν έφυγες Αεσσύδε μου εκείνο το βράδυ, όλοι φοβηθήκαμε, ότι μας περίμενε κρεμάλα ή ρίξιμο στο ποτάμι. Όμως, ο Νελ συνήλθε. Με τη βοήθεια της Σοράγιας έγινε καλά και έτσι, ηρέμησαν και οι γάτες και τα ποντίκια. Όλοι τότε νομίσαμε ότι τα βάσανά μας τέλειωσαν, όταν κιόλας μάθαμε ότι ήσουν νεκρός >>.

Τότε ο Αεσσύδος τη διέκοψε, λέγοντάς της για την άτυχη γάτα που είδε να δολοφονούν οι κυνηγοί του Σώμορτ, εκείνο το βράδυ που κρύφτηκε στο απαγορευμένο δάσος. Της είπε για το ματωμένο και σχισμένο μαντίλι, που με αυτό είχε δέσει το τραυματισμένο πόδι του. Και για τους δυο γατόμαγκες, που νόμισαν ότι η νεκρή γάτα ήταν αυτός.

Όταν ο Αεσσύδος σταμάτησε να μιλά, η Σάρα συνέχισε να τους λέει: << Για λίγο πιστέψαμε ότι η Σοράγια και ο Νελ, τα είχαν καταφέρει να τους αποδεχτούν και οι γάτες και τα ποντίκια. Η Σοράγια έμεινε έγκυος και γέννησε δυο κόρες. Τη Δανάη και τη Δάφνη. Υπέροχα πλάσματα και πολύ ταλαντούχα. Είναι πανέξυπνες και πολύ καλές χορεύτριες. Έχουν πάρει το ταλέντο από τον παππού τους τον Ιβάν. Ηλιαχτίδα μου, ο Ιβάν ο γκρίζος γάτος του Ήλμικαλ, ήταν ο πατέρας των παιδιών μου >>.

Ο Αεσσύδος σκεπτόμενος εκείνη τη στιγμή, για δευτερόλεπτα, πήρε την απόφαση να μην πει τίποτα στη μάνα του για το ποιος ήταν ο πατέρας τους. Διαισθάνθηκε, ότι όλοι τους θα ήταν ασφαλείς αν δε γνώριζαν οτιδήποτε για τη μοίρα του Ιβάν.

Και η Σάρα, χωρίς να γνωρίζει τι σκέφτεται ο Αεσσύδος, συνέχισε να μιλά…

<< Ένα βράδυ, ενώ όλοι καθόμαστε στην κουζίνα και τρώγαμε, ήρθε η γριά Φαίδρα έντρομη και μας είπε να φύγουμε αμέσως, γιατί έρχονταν πολλές γάτες με σίδερα και σχοινιά, για να μας αρπάξουν όλους και να μας κρεμάσουν. Ταυτόχρονα έφτασε ο Τσίτο, ο πατέρας του Νελ, με αρκετούς ποντικούς, οπλισμένους με με σπαθιά και ξύλα, για να μας προστατεύσουν >>.

Όλα, τέλειωσαν πολύ γρήγορα… Έγινε κανονική μάχη με απώλειες και από μας και από αυτούς έξω, που φώναζαν να τους δώσουμε τα μιάσματα, τα δυο τρισκατάρατα γατοπόντικα. Ήθελαν να κρεμάσουν τις εγγονές μου επί τόπου, στο όνομα του αδικοχαμένου ήρωα Αεσσύδου…

Ο Μίλτος και ο Αρίστος, μαζί με τον Φάνη τον ποντικό, τον μεγαλύτερο αδελφό του Νελ, κατάφεραν και τους φυγάδευσαν όλους, στο βουνό με τις βυσσινιές, κρύβοντάς τους, στην καλύβα του Ιβάν. Ευτυχώς κανείς δεν γνώριζε γι’αυτό το μέρος. Τώρα ζουν εκεί κρυμμένοι. Κάθε δυο μέρες η γριά Φαίδρα τους πηγαίνει τρόφιμα και ό,τι άλλο χρειάζονται. Εγώ δεν μπορώ να τους πλησιάσω, γιατί με παρακολουθούν συνέχεια όταν βγαίνω έξω από το Λακατενάλο. Τότε στη μάχη που έγινε, σκοτώθηκε ο Τσίτο. Τώρα αρχηγός των ποντικών, είναι ο μοχθηρός και φανατικός Πυθώνιος.

Έχει απαγορεύσει τις σχέσεις των ποντικών με άλλα ζώα. Όποιος παραβιάσει τον νόμο, η ποινή είναι θάνατος στην κρεμάλα, για όλη την οικογένεια. Τον ίδιο νόμο και την ίδια ποινή έχει επιβάλει και ο Δήμος, ο αρχηγός των γάτων του Λακατενάλο. Αν σας δουν γιε μου θα μας κρεμάσουν όλους. Ειδικά την Ηλιαχτίδα. Θα νομίσουν ότι είναι πλάσμα, που ήρθε από το σκοτεινό βασίλειο του Σώμορτ, για να τους βλάψει. Πρέπει να φύγετε χωρίς να σας καταλάβουν. Ο Μίλτος κι ο Αρίστος μετά τα γεγονότα, έφυγαν για τις δυτικές θάλασσες. Μπάρκαραν στο καράβι του Τζακ του γάτου. Τουλάχιστον αυτοί οι δυο είναι ασφαλείς >>.

Ύστερα η Σάρα έφτιαξε ένα τσάι για να πιουν και οι τρεις τους. Έπειτα έκατσε δίπλα τους σκουπίζοντας συνέχεια τα δάκρυά της, που έτρεχαν ασταμάτητα από τα μάτια της.

<< Μάνα άκουσέ με. Θα σε πάρω από δω. Δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο. Πριν νυχτώσει όλοι μαζί θα φύγουμε. Θα πάμε να πάρουμε την αδελφή μου και την οικογένειά της. Θα ταξιδέψουμε σ’έναν τόπο που θα μπορούμε να ζήσουμε με ασφάλεια, χωρίς το φόβο του θανάτου. Πρέπει να με εμπιστευτείς μάνα μου. Δεν είμαι ο Αεσσύδος που ήμουν. Έχω περάσει πολύ δύσκολα. Αναγκάστηκα ν’αλλάξω και μου βγήκε σε καλό. Πρέπει να σας βοηθήσω, γιατί είστε η οικογένεια μου και γιατί σας αγαπώ όλους. Και τον Νελ και τις ανεψιές μου >> είπε ο Αεσσύδος. Αμέσως μετά, πήρε τα σχοινιά που είχε στα πράγματά τους και έφτιαξε ειδικές θηλιές, ώστε να μπορούν όλοι τους να δεθούν με ασφάλεια και να κρατηθούν, όταν θα ερχόταν η ώρα να πετάξουν.

Η Σάρα τα είχε χαμένα. Έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Αυτό που επιθυμούσε η ψυχή της, ήταν τα παιδιά της να είναι καλά στην υγεία τους και να ζουν μια ζωή ήρεμη και γαλήνια. Το μόνο που πήρε μέσα σε μια πάνινη τσάντα που έδεσε στην πλάτη της, ήταν νερό και το παλιό βιβλίο του Ιβάν. Κατόπιν, στα γρήγορα πήγε στο σπίτι της γριάς Φαίδρας. Της είπε να μην ξαναπάει στο βουνό με τις βυσσινιές, γιατί όλοι τους θα πήγαιναν στις δυτικές θάλασσες, για να βρουν τον Μίλτο και τον Αρίστο. Αφού την αποχαιρέτησε, γύρισε πίσω στο σπίτι της.

Μετά προσεχτικά, βγήκαν και οι τρεις τους έξω στον δρόμο. Βάδιζαν γρήγορα για να φτάσουν στα χωράφια, μακριά από τα σπίτια, ώστε η Ηλιαχτίδα να μπορέσει να ανοίξει τα φτερά της και να πετάξει. Ο Αεσσύδος είχε βάλει τη μάνα του να καθίσει στην πλάτη της Ηλιαχτίδας. Αυτός είχε τα μάτια του ανοιχτά, έτοιμος να αμυνθεί, κρατώντας σφιχτά τα ξύλα του, αγγίζοντας ασυναίσθητα το *ρούμπεν*, που είχε κρεμασμένο στον λαιμό του. Χωρίς να τους αντιληφθεί κανείς, βγήκαν έξω από το χωριό και πέταξαν προς το βουνό.

Ενώ πλησίαζαν την περιοχή με τις βυσσινιές, είδαν φωτιά να καίει την καλύβα του Ιβάν. Πρόσεξαν με τρόμο, πως τέσσερις γάτες τραβούσαν και έσερναν επάνω στο χώμα, τον Νελ, τη Σοράγια, τη Δανάη και τη Δάφνη, προς το μέρος της φωτιάς. Όλοι τους ήταν δεμένοι χειροπόδαρα. Ήθελαν να τους κάψουν ζωντανούς…

Τότε ο Αεσσύδος άρχισε να φωνάζει δυνατά, << Ηλιαχτίδα χαμήλωσε γρήγορα! >>. Ύστερα, έχοντας πλησιάσει αρκετά κοντά στο έδαφος, σημάδεψε εύστοχα με το *ρούμπεν*. Σε δυο λεπτά, οι τέσσερις γάτες ήταν ξαπλωμένες κάτω στο χώμα, βαριά ναρκωμένες.

Όταν η Ηλιαχτίδα άγγιξε το έδαφος, ο Αεσσύδος και η Σάρα έλυσαν τους δικούς τους. Μετά τους έδωσαν να πιουν νερό, για να συνέλθουν από τον τρόμο που βίωσαν. Τους είπαν, πως έπρεπε να φύγουν γρήγορα από εκεί. Η Σοράγια βλέποντας τον αδελφό της, άρχισε να κλαίει και να του λέει: << Αδελφέ μου μη μας κάνεις κακό! Σώσε μας! Θα μας κάψουν ζωντανούς! >>.

Τότε ο Αεσσύδος κλαίγοντας και αυτός με δυνατούς λυγμούς, αγκάλιασε την αγαπημένη του Σοράγια λέγοντάς της: << Συγχώρεσέ με για ότι σου έχω κάνει αγαπημένη μου αδελφή. Πρέπει να μου δείξεις εμπιστοσύνη. Θα σας πάω σε ένα μέρος, όπου θα είμαστε όλοι καλά και προστατευμένοι. Εκεί, θα μπορούμε να ζήσουμε ήρεμα, χωρίς το φόβο του θανάτου >>. Έπειτα ο Αεσσύδος αγκάλιασε τον Νελ και τις δυο πανέμορφες ανεψιές του, οι όποιες αν και έτρεμαν από τον φόβο τους, κοιτούσαν συνέχεια με θαυμασμό την Ηλιαχτίδα.

Είχε νυχτώσει και η καλύβα του Ιβάν είχε γίνει κάρβουνο. Δεν είχαν τον χρόνο να περιμένουν το ξημέρωμα. Έπρεπε να φύγουν από εκεί, πριν ξυπνήσουν οι γάτες…

Ο Αεσσύδος τους έδεσε όλους πολύ καλά στην πλάτη της Ηλιαχτίδας. Ύστερα, πέταξε όλα τα πράγματα που είχαν φέρει από την πόλη του Ρόδου. Μετά, σκαρφάλωσε κι αυτός επάνω στην πλάτη της Ηλιαχτίδας, μαζί με τα ξύλα του, κρατώντας την σφιχτά από τον λαιμό.

Σαν το ξωτικό μέσα στην νύχτα, πετούσε αργά αργά η Ηλιαχτίδα, μεταφέροντας στην πλάτη της, το πολύτιμο και αγαπημένο της φορτίο. Όμως, αυτό ήταν το υπέροχο και το μαγικό με τους μονόκερους. Μπορούσαν να πετούν τη νύχτα το ίδιο καλά, όπως και τη μέρα, χωρίς να χάνουν τον προσανατολισμό τους…

Ταλαιπωρημένοι και κατάκοποι, με το πρώτο φως του ήλιου, προσγειώθηκαν έξω από τα τείχη της χώρας της Γνώσης. Όταν όλοι κατέβηκαν από την πλάτη της Ηλιαχτίδας, ο Αεσσύδος την αγκάλιασε από τον λαιμό και της είπε ψιθυριστά στο αυτί, << ψυχή μου σ’αγαπώ… είσαι το αστέρι μου… >> φιλώντας την πολλές φορές στα αστραφτερά καταπράσινα μάτια της.

Μόλις άνοιξε η πύλη, οι ταξιδιώτες μπήκαν στη χώρα της Γνώσης ζωντανοί, χαρούμενοι και συγκινημένοι. Είχαν γλυτώσει από βέβαιο θάνατο…

Δεν υπήρχαν λέξεις για να περιγραφεί η χαρά και η ευγνωμοσύνη, που ένοιωθε η οικογένεια του Αεσσύδου. Πίστευαν ότι ήρθαν σε μια μαγική χώρα. Όλη την ώρα γελούσαν και έκλαιγαν συγχρόνως. Προσωρινά έμειναν όλοι μαζί στο σπίτι των τεσσάρων φίλων. Σύντομα όμως με την βοήθεια του Λύσανδρου και του Οράτιου, θα έβρισκαν ένα άνετο σπίτι, για να μείνουν η Σοράγια με την οικογένειά της. Μαζί τους θα έμενε και η Σάρα. Η Δάφνη και η Δανάη, ξεκίνησαν αμέσως μαθήματα χορού και γράφτηκαν χωρίς δεύτερη σκέψη, στην αδελφότητα της Αέναης Κίνησης. Η Σάρα και η Σοράγια, άρχισαν να παρακολουθούν μαθήματα πλεξίματος, κεντήματος και μαγειρικής. Ο ευαίσθητος Νελ, ακολούθησε τη γλυπτική και τη ζωγραφική. Και οι τρεις του γράφτηκαν στην αδελφότητα της Επίγνωσης Ελευθερίας.

Όλοι τους ήταν ενθουσιασμένοι και πολύ χαρούμενοι. Επιτέλους! Υπήρχε μια χώρα στον πλανήτη τους, που τους αποδεχόταν. Τους έδινε απλόχερα την ευκαιρία να προοδεύσουν να αναπτυχθούν πνευματικά να γίνουν πιο συμπονετικοί, πιο καλύτεροι.

Μέσα στον γενικό ενθουσιασμό που επικρατούσε, μόνο ο Αεσσύδος ήταν σκεπτικός και λυπημένος. Όταν παρουσιάστηκε στο αρχηγείο των γερακιών και των αετών, θέλοντας να ταχτοποιήσει κάποιες τυπικές εκκρεμότητες με τη μόνιμη εγκατάσταση των δικών του, τον περίμενε μια δυσάρεστη είδηση. Στον πλανήτη των μονόκερων, είχε ξεσπάσει εμφύλιος πόλεμος, για τη διαδοχή της εξουσίας, με το κατώτερο γένος των μονόκερων. Το γένος χωρίς φτερά. Ο Έρλικ, μόλις έμαθε ότι η κόρη του είναι ζωντανή, απέτησε να επιστρέψει γρήγορα κοντά του, για να αναλάβει τα νόμιμα δικαιώματά της στην εξουσία.

Η χώρα της Γνώσης είχε την τεχνολογία να στέλνει και να παίρνει μηνύματα, σε όποιον πλανήτη επιθυμούσε του τοπικού αστρικού σύμπαντος.

Ο Αεσσύδος, από την πρώτη στιγμή που πλάγιασε με την Ηλιαχτίδα και έγινε γυναίκα του, ήξερε ότι κάποια στιγμή θα την έχανε. Ήταν πριγκίπισσα και θα έφευγε. Αυτή ήταν η μοίρα της. Το ταξίδι της ήταν αναπόφευκτο. Όμως δεν κατάφερε να αντισταθεί στον έρωτά του γι’αυτήν. Είχε αποδεχτεί αυτό που θα γινόταν και έπρεπε να το αποδεχτεί και η Ηλιαχτίδα.

Όταν της το είπε, άρχισε να φωνάζει λέγοντας του, << εγώ θα πάω στον πατέρα μου και θα του πω, ότι δε θέλω να κυβερνήσω τους μονόκερους. Ύστερα θα γυρίσω πίσω σε σένα ψυχή μου. Θα ζήσουμε εδώ, στην πόλη του Ρόδου, μαζί με τα παιδιά μας, τους φίλους μας και την οικογένεια σου. Αυτό θέλω να κάνω στη ζωή μου. Το κατάλαβες Αεσσύδε μου πολυαγαπημένε; >>. Μετά έπεσε στην αγκαλιά του κλαίγοντας γοερά. Ο Αεσσύδος της σκούπισε τα μάτια, τη φίλησε πολλές φορές και δε μίλησε καθόλου. Δεν είχε τίποτα να της πει. Η αγαπημένη του γυναίκα, η ψυχή του, η ζωή του, έφευγε! Ίσως δεν την έβλεπε πότε ξανά! Όταν το σκεφτόταν, νόμιζε ότι θα χάσει τα λογικά του…

Τη μέρα που θα έφευγε η Ηλιαχτίδα, όλοι ήταν στα μαύρα πανιά. Προσπαθούσαν όμως να το κρύβουν, για να μη στεναχωριέται η Ηλιαχτίδα, αλλά, ούτε και ο Αεσσύδος. Αφού τους αποχαιρέτησε όλους, τους είπε χαμογελώντας: << Σύντομα θα είμαι πίσω και όλοι μαζί θα γιορτάσουμε, τη μόνιμη επιστροφή μου στη πόλη του Ρόδου >>.

Μετά ο Αεσσύδος ανέβηκε στην πλάτη της, την αγκάλιασε από τον λαιμό και γρήγορα οι δυο τους κάλπασαν έξω από τα τείχη. Κατευθύνονταν προς την αστρική πύλη, απ’ όπου έπρεπε να ταξιδέψει η Ηλιαχτίδα. Όταν έφτασαν, ο Αεσσύδος κατέβηκε από την πλάτη της και στάθηκε δίπλα της με σκυμμένο το κεφάλι, για να μη βλέπει η Ηλιαχτίδα τα πικρά δάκρυά του.

<< Αεσσύδε, ψυχή μου, μην κλαις! Σου υπόσχομαι πως θα γυρίσω πίσω. Ακόμα κι αν δε με αφήσουν, εγώ θα βρω τρόπο να έρθω σε σένα. Θα γυρίσω στο Ρόδο και θα γεννήσω τον γιο μας αγαπημένε μου >>.

Ο Αεσσύδος σήκωσε το κεφάλι του κοιτάζοντάς την στα σμαραγδένια μάτια της με απορία και της είπε: <<Ηλιαχτίδα μου καταλαβαίνεις τι λες; Είσαι καλά; >>.

<< Ναι ψυχή μου, είμαι έγκυος και θα γεννήσω τον γιο μας. Οι θυλικοί μονόκεροι απ’την πρώτη στιγμή που θα κυοφορήσουμε το γνωρίζουμε. Όπως γνωρίζουμε και το φύλο του παιδιού μας. Το όνομα του πολυαγαπημένου μας γιου, θα είναι Φωτεινός. Σ’αγαπώ τόσο πολύ Αεσσύδε μου… >>

Ο Αεσσύδος έτρεμε από τη συγκίνηση. Ήθελε να κρατήσει την Ηλιαχτίδα κάτω στο έδαφος και να μην την αφήσει να πετάξει. Όμως καταλάβαινε πως ήταν πλέον αργά. Μέσα από τα χέρια του έχανε τη γυναίκα της ζωής του και τον γιο του. Νόμιζε ότι θα τρελαθεί από τον ψυχικό πόνο. Δεν μπορούσε να κάνει απολύτως τίποτα…

Ξαφνικά, του ήρθε μια σκέψη, κάτι που είχε διαβάσει πρόσφατα σ’ένα βιβλίο στη βιβλιοθήκη του Ρόδου, << το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον >>. Ή μήπως ήταν δυνατόν να πάει κόντρα στη μοίρα; Κι αν έβρισκε τον τρόπο να αλλάξει τη μοίρα του; Ο Θεός πάντα δε θέλει όλα τα πλάσματά του να είναι καλά και να μην υποφέρουν;

Ύστερα, η Ηλιαχτίδα δακρυσμένη, φίλησε πολλές φορές τον Αεσσύδο στα μάτια. Αμέσως μετά, άνοιξε τα πανέμορφα μεταξένια φτερά της, που λαμποκοπούσαν στον ήλιο σαν το ασήμι και άρχισε να πετά κάθετα προς τα επάνω. Πετούσε αργά στον ουρανό φωνάζοντας στον Αεσσύδο, << σ’αγαπώ ψυχή μου… σύντομα θα γυρίσω κοντά σου… Αεσσύδε μου να με περιμένεις… >>

<< Ζωή μου ψυχή μου αν δεν μπορέσεις να γυρίσεις, θα βρω τρόπο να έρθω να σας πάρω και τους δυο… >> της απάντησε κλαίγοντας ο Αεσσύδος. Μετά από λίγο, η Ηλιαχτίδα χάθηκε από τα μάτια του και από τη ζωή του…

Τρεις μέρες μετά, ο Αεσσύδος αποχαιρέτησε την οικογένεια του, καθησυχάζοντας τη μάνα του λέγοντάς της, πως θα ταξιδέψει στις δυτικές θάλασσες, για να συναντήσει τον Μίλτο και τον Αρίστο. Ο Οράτιος και η Λιλίκα ήταν απαρηγόρητοι. Ήθελαν να τον ακολουθήσουν στο ταξίδι του. Ο Αεσσύδος τους εξήγησε ότι είναι καλύτερά να μείνουν στην χώρα της Γνώσης. Το ταξίδι αυτό, θα ήταν μεγάλο, δύσκολο και πολύ επικίνδυνο για τα δυο σκουλήκια. Έτσι, τα δυο αδέλφια με βαριά καρδιά, αποχαιρέτησαν τον Αεσσύδο, βάζοντάς τον να τους υποσχεθεί, ότι θα επιστρέψει σύντομα στο Ρόδο.

Μόλις ο Αεσσύδος έφυγε από τη χώρα της Γνώσης, πήρε τον δρόμο που οδηγούσε ανατολικά. Προορισμός του ήταν, να φτάσει σ’ένα απομονωμένο ψαροχώρι το Ήλμικαλ, τον τόπο καταγωγής του πατέρα του. Εκεί, θα έψαχνε να βρει τον Σωτήρη τον αετό.

Είχε πάρει μαζί του τα δυο ξύλα του, έναν πάνινο σάκο με ξηρά τροφή, νερό και τη μαύρη κάπα του με την κουκούλα. Μέσα στον σάκο του έβαλε τελευταία στιγμή έναν χάρτη του πλανήτη των ζώων, που του έδωσε ο Οράτιος.

Ο Αεσσύδος είχε πάρει την απόφαση ν’αλλάξει τη μοίρα του. Δεν ήξερε ακόμα πως, μα θα έβρισκε τον τρόπο. Πόσο θα ήθελε να ήταν τώρα δίπλα του η Ηλιαχτίδα και ο γιος τους ο Φωτεινός! << Για φαντάσου! Θα γίνω πατέρας! Δεν μπορώ να το πιστέψω! >> σκεφτόταν ο Αεσσύδος, περπατώντας και κουτσαίνοντας, στηριζόμενος στα δυο ξύλα του, φορώντας τη μαύρη κάπα του με την κουκούλα.

Βάδιζε σε ένα ανηφορικό μονοπάτι, που οδηγούσε σε ένα μικρό δάσος με μηλιές. Φτάνοντας στο δάσος έκατσε να ξαποστάσει. Έφαγε ένα μήλο κι ύστερα σκαρφάλωσε επάνω σε μια μηλιά για να ξεκουραστεί. Σε λίγο όπως ήταν κουρασμένος αποκοιμήθηκε. Κάποια στιγμή αισθάνθηκε κάποιον να τον σκουντά και να του λέει:

<< Ει! Αεσσύδε, ξύπνα! Είσαι έτοιμος να αρνηθείς τα πάντα; Ει! Αεσσύδε, ξύπνα! Μην κοιμάσαι! Είσαι έτοιμος να δεις! Ει! Αεσσύδε ξύπνα! >>.

Καταϊδρωμένος και φοβισμένος, ο Αεσσύδος πετάχτηκε όρθιος επάνω στο δέντρο.

<< Όνειρο ήταν >> σκέφτηκε και έστρεψε τα μάτια του στον ουρανό. Είχε νυχτώσει. Κοίταξε τ’αστέρια προσεχτικά, ξεχωρίζοντας τον πλανήτη των μονόκερων. Έπειτα, έβαλε τα ξύλα του κάτω από το κεφάλι του για μαξιλάρι. Λίγο πριν τον ξαναπάρει ο ύπνος, τέντωσε το αριστερό μπροστινό του πόδι, για να δει το σημάδι από το τριαντάφυλλο, που ήταν χαραγμένο επάνω του. Ύστερα αποκοιμήθηκε ξανά, ψιθυρίζοντας μες τον ύπνο του.

<< Καληνύχτα αγαπημένη μου Ηλιαχτίδα, καληνύχτα γιε μου >>.

Για τον *Αεσσύδο* τον γκρίζο γάτο από το βόρειο Λακατενάλο, μόλις άρχιζε το μακρινό του ταξίδι

Oι φωτογραφίες είναι από την pixabay

( Αφιερωμένο με ευγνωμοσύνη και αγάπη στην ΑΔ. )

ο