Είπες…

Είπες μανούλα μου, << δυσκολεύτηκα και υπέφερα πολύ, για να σε γεννήσω. Δεν ήθελες να γεννηθείς. Έτσι, ο γιατρός χρησιμοποίησε δυο κουτάλες και σε τράβηξε με δύναμη προς τα έξω >>.

Το πρωτάκουσα όταν ήμουν γύρω στα δέκα. Στεναχωρήθηκα πολύ! Ένοιωσα κιόλας ένοχη όταν ο πατέρας είπε: << Όταν γεννήθηκες ψάχναμε δανικά, για να πληρώσουμε την κλινική και τον γιατρό >>.

Δε μου άρεσε ποτέ, ούτε και μου αρέσει άθελα μου ή ηθελημένα να προκαλώ πόνο στους αγαπημένους μου, αλλά και σε οποιοδήποτε ζωντανό πλάσμα επάνω στη γη.

<< Μήπως θα ήταν καλύτερα να μην είχα γεννηθεί; >>

Καθώς μεγάλωνα, μου είπες μανούλα μου: << Πρέπει να είσαι πολύ καλή μαθήτρια. Αν δεν είσαι, ο πατέρας θα σε δείρει με τη ζωστήρα του.

Φοβήθηκα! Προσπάθησα να είμαι. Αλλά μερικές φορές δεν τα κατάφερα. Τότε, ο δάσκαλος μου έγραψε στο μπλοκάκι ενημέρωσης των γονέων, <<σήμερα δεν ήξερε μάθημα>>.

Βλέποντας όμως τη μικρή μου αδελφή να βασανίζεται και να πιέζεται με το ζόρι από τον πατέρα να καταπιεί το χάρτινο μπαλάκι, τρομοκρατήθηκα!

Α! Το χάρτινο μπαλάκι το έφτιαξε ο πατέρας, παίρνοντας μια άγραφη σελίδα από το μπλοκάκι ενημέρωσης των γονέων της μικρής μου αδελφής, αφού πρώτα υπέγραψε, κάτω από το <<σήμερα δεν ήξερε μάθημα >>.

Χάθηκα μέσα στον τρόμο μου και ζάρωσα. Έγινα σαν εκείνο το χάρτινο μπαλάκι, που το δάχτυλό του πατέρα μου έσπρωχνε με τη βία μέσα στο στόμα της μικρής μου αδελφής. Παρακαλούσα τον Θεό να κάνει καραμέλα από μαλακό λουκούμι το χάρτινο μπαλάκι, για να σωθούμε και οι δυο μας…

Εγώ, ποτέ δεν έδειξα το μπλοκάκι μου. Αν και ήμουν οχτώ χρονών παιδάκι, κατάφερα να πλαστογραφήσω την υπογραφή του πατέρα αρκετές φορές και να γλιτώσω τον ξυλοδαρμό και το εξευτελιστικό μαρτύριο με το χάρτινο μπαλάκι.

Συγχώρα με αδελφούλα μου, που δε σε προστάτευσα, που δεν υπέγραψα και το δικό σου μπλοκάκι πως ο πατέρας έλαβε γνώση…

Φοβόμουν πάρα πολύ ότι ο πατέρας θα μπορούσε να με ανακαλύψει και τότε…

<< Μήπως θα ήταν καλύτερα να μην είχα γεννηθεί; >>

Είπες μανούλα μου, << τώρα είσαι δεκατεσσάρων χρονών, σχεδόν γυναίκα. Πρέπει να σωπάσεις. Για το δικό μου καλό και για την ηρεμία της οικογένειας >>.

<< Μα είναι άδικο! Θα αντιδράσουμε! Θα του μιλήσω! >> απάντησα.

<< Αποκλείεται! Θες να σε σκοτώσει; >> μου είπες.

<< Μήπως θα ήταν καλύτερα να μην είχα γεννηθεί; >>

Όταν πήγα στο γυμνάσιο, ο πατέρας έπαψε να με δέρνει με τη ζωστήρα.

Όμως κάποια στιγμή δεν άντεξα και αντέδρασα λέγοντάς του με θυμό:

<< Σου αρέσει να σε σέβονται από φόβο; Ο σεβασμός δεν επιβάλλεται με τη βία. Ο σεβασμός κερδίζεται με την αγάπη πατέρα >>.

Τότε ο πατέρας φρίκαρε. Σαν να τρελάθηκε. Θύμωσε και όρμησε πάνω μου να με αρπάξει, για να με χτυπήσει. Εγώ κατάφερα να του ξεφύγω τρέχοντας σαν τη βολίδα. Κλείστηκα στο δωμάτιό μου και ακούμπησα με δύναμη ακατανόητη για την ηλικία μου, την πλάτη μου στην ξεκλείδωτη πόρτα. Τα πόδια μου τα έβαλα κόντρα στο ψηλό ξύλινο ντιβανομπάουλο, που ήταν μπροστά μου.

Τα κατάφερα! Δεν μπόρεσε ν’ανοίξει την πόρτα όσες φορές κι αν προσπάθησε… Σώθηκα! Στο τέλος κουράστηκε και ξάπλωσε στο κρεβάτι του ταλαιπωρημένος από την προσπάθεια, σχεδόν άρρωστος.

Πόσο λυπάμαι που σε προκάλεσα, σε στεναχώρησα και με τα λόγια μου, πάτησα επάνω στη χαμένη αυτοεκτίμησή σου… Συγχώρεσέ με πατέρα αν σε πλήγωσα… Αυτό ένιωθες και κατανοούσες εκείνη τη στιγμή στη ζωή σου και αυτό έπραττες…

Πατέρα, η μάνα λέει ότι σου μοιάζω όταν θυμώνω. Γίνομαι άγριο θηρίο και την τρομάζω. Λόγια του αέρα… Ο θυμός μου είναι η άμυνά μου, η λύτρωσή μου…

<< Μήπως θα ήταν καλύτερα να μην είχα γεννηθεί; >>

Όχι! Όχι! Όχι! Γεννήθηκα, για να ζήσω και να μάθω ν’αγαπώ!

Γεννήθηκα με τον ιό του Θεού μέσα μου. Έτσι, μετά από πολλά χρόνια με τη Θεία Χάρη κατάφερα και έφτυσα όλο το δηλητήριο που είχα καταπιεί… Βρήκα τη δύναμη και το κουράγιο να κοιτάξω άφοβα, κατάματα και τους δυο γονείς μου και να τους πω με χαμόγελο ότι τους αγαπώ.

Πήρα τις καλές στιγμές που ζήσαμε μαζί και τις έβαλα μέσα στην ψυχή μου σαν πολύτιμο φυλαχτό.

Αισθάνθηκα μεγάλη ευγνωμοσύνη που είχα αυτούς τους γονείς, αλλά και για τα μαθήματα που πήρα και από τους δυο τους.

Το μεγάλο όμως δώρο που μου έδωσε το σύμπαν του Θεού της κατανόησης μου ήταν ότι ήμασταν δίπλα τους και ή αδελφή μου και εγώ στις τελευταίες ανάσες της ζωής τους. Προλάβαμε έστω και την ύστατη ώρα να πούμε πως αγαπάμε ο ένας τον άλλον.

Η ζωή είναι πολύτιμο δώρο. Από τη στιγμή που βρεθήκαμε σε αυτόν τον πολύπαθο πλανήτη, οφείλουμε να ζήσουμε με τα χαρτιά που έχουμε ο καθένας στα χέρια του.

Ποτέ κανένας σοφός δεν είπε ότι η ζωή είναι εύκολη. Νομίζω πως οι περισσότεροι είπαν ή άφησαν να εννοηθεί ότι η ζωή είναι όμορφη, αλλά και πολύ δύσκολη.

Πιστεύω ότι η εξυπνάδα του κάθε ανθρώπου, φαίνεται στο πως ο καθένας μας καταφέρνει και ξεπερνά έναν δυσβάσταχτο πόνο, που έρχεται στο διάβα του.

Αφού περάσουμε σώοι το ένα εμπόδιο, πάμε στο επόμενο και μετά στο επόμενο και στο επόμενο…

Μέχρι να φύγουμε από αυτόν τον πλανήτη…

Σήμερα, στο τώρα, αν και ταλαιπωρήθηκα πολύ να με αγαπήσω και να με αποδεχτώ έτσι ακριβώς όπως είμαι, αφήνω τα δάκρυά μου να τρέχουν κάθε φορά που πηγαίνω στο νεκροταφείο και ανάβω το καντήλι των γονιών μου.

Είναι δάκρυα ευγνωμοσύνης και αγάπης προς αυτούς τους δυο ανθρώπους, που η ζωή τους ένωσε και έφεραν στον κόσμο την αδελφούλα μου και μένα.

Μάνα μου, πατέρα μου, όπου κι αν βρίσκονται οι ψυχούλες σας, ας είναι αναπαυμένες και ευλογημένες με τη Θεία Χάρη. Σας αγαπώ πολύ…